Το κυβερνών κόμμα Φάιν Γκέιλ, στην Ιρλανδία, απέπεμψε, σήμερα, έναν βουλευτή του, λίγο αφότου αυτός καταψήφισε κυβερνητικό νομοσχέδιο για περικοπές δαπανών στο νοσηλευτικό τομέα.
Ο πρωθυπουργός Εντα Κένι, που πιέζεται από ΔΝΤ και ΕΕ να πετύχει πολλές εξοικονομήσεις πόρων και να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά της χώρας, σύμφωνα με τους αναλυτές βρίσκεται αντιμέτωπος "με την πρώτη πρόκληση της θητείας του".

 Η κυβέρνηση του Κένι ήλθε στην εξουσία τον Μάρτιο. Διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία ρεκόρ, για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Οι αναλυτές αναμένουν ότι θα καταστεί δυνατόν να εγκριθούν πολλά κυβερνητικά νομοσχέδια στο κοινοβούλιο και, εν καιρώ, να ψηφιστεί και ο νέος κρατικός προϋπολογισμός λιτότητας.

Το κυβερνητικό νομοσχέδιο, για τις περικοπές στο νοσηλευτικό τομέα, πέρασε τελικά με 96 ψήφους υπέρ, έναντι 47 κατά. Μαζί με την αντιπολίτευση, ψήφισε ο τέως κυβερνητικός βουλευτής, Ντένις Νάουτεν, που είχε δηλώσει ότι "αν για οποιονδήποτε λόγο η κυβέρνηση υποβαθμίσει το επίπεδο νοσηλευτικών υπηρεσιών στην εκλογική περιφέρειά του", το Ροουζκόμον, "δεν θα διστάσει να την καταψηφίσει".

Την ώρα της ψηφοφορίας, περίπου χίλιοι διαδηλωτές είχαν περικυκλώσει το κοινοβούλιο, ζητώντας με συνθήματα να μην υιοθετηθεί αυτό το νομοσχέδιο.

O έτερος βουλευτής της συμπολίτευσης στο Ροουζκόμον, Φρανκ Φέιγκαν, χαρακτηρίστηκε "προδότης" από τους διαδηλωτές την ώρα που απομακρυνόταν από το κοινοβούλιο. Ο Νάουτεν μετά τη διαγραφή του, με απόφαση του πειθαρχικού οργάνου του Φάιν Γκέιλ, ανέφερε στα μμε ότι τα κυβερνητικά νομοσχέδια στο μέλλον θα τα υπερψηφίζει.

"Καταψήφισα τώρα το νομοσχέδιο για τα νοσοκομεία για λόγους συνείδησης, υπακούοντας στις προσωπικές αρχές μου. Γνωρίζω ότι η κυβέρνηση θέλει να φέρει προς ψήφιση ρηξικέλευθα νομοσχέδια, δεν έχω πρόβλημα να λαμβάνω δύσκολες αποφάσεις", επισήμανε συγχρόνως. Η κυβέρνηση Κένι θέλει να συρρικνώσει το δημόσιο έλλειμμα από το 12% του ΑΕΠ, πρόσφατα, στο (σύννομο με το Σύμφωνο Σταθερότητας κι Ανάπτυξης) 3% στη διάρκεια του 2015, λειτουργώντας μέσω αισθητών περικοπών δημοσίων δαπανών και ταυτόχρονης αύξησης των φόρων.