ΔΙΕΘΝΗ

Η εργατική τάξη γύρισε πλάτη στους Αν. Μέρκελ και Μ. Σουλτς - Σπαζοκεφαλιά ο σχηματισμός κυβέρνησης

Δημοσίευση 25 Σεπτεμβρίου 2017, 08:36 / Ανανεώθηκε 25 Σεπτεμβρίου 2017, 08:26
Η εργατική τάξη γύρισε πλάτη στους Αν. Μέρκελ και Μ. Σουλτς - Σπαζοκεφαλιά ο σχηματισμός κυβέρνησης
Facebook Twitter Whatsapp

Ο σχηματισμός κυβέρνησης αναγγέλλεται μάλλον περίπλοκη υπόθεση

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Η τέταρτη συναπτή νίκη της Άνγκελα Μέρκελ, η οποία βρίσκεται στην εξουσία από το 2005, πρέπει να είχε πολύ πικρή γεύση γι' αυτήν. Ενώ οι πρώτες ενδείξεις αμφισβήτησης εκδηλώνονται ήδη από μέρους των βαυαρών συμμάχων της στην Ένωση Χριστιανοκοινωνιστών (CSU), οι οποίοι απαιτούσαν εδώ και δυο χρόνια η Μέρκελ να κάνει στροφή στα δεξιά.

Μέρος των ψηφοφόρων των συντηρητικών—ως και ένα εκατομμύριο πολίτες, κατά υπολογισμούς—μεταπήδησαν στην Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD). Ένα λαϊκιστικό κίνημα το οποίο μετέτρεψε την απόρριψη της πολιτικής υποδοχής εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών που αποφάσισε και εφάρμοσε η καγκελάριος το 2015 σε άρμα μάχης του.

«Αφήσαμε ακάλυπτη τη δεξιά μας πλευρά κι αυτή τη στιγμή επαφίεται σε εμάς να καλύψουμε το κενό», είπε χαρακτηριστικά ο ηγέτης της CSU Χορστ Ζεεχόφερ. Η AfD συγκέντρωσε σχεδόν το 13% των ψήφων έπειτα από μια εξαιρετικά επιθετική και ξενοφοβική εκστρατεία, με υπόδειγμα εκείνες του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και των υποστηρικτών της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κυρίαρχη θεματική στην εκστρατεία της ακροδεξιάς: η κατηγορία της «προδοσίας» σε βάρος της καγκελαρίου, για την υποδοχή εκατοντάδων χιλιάδων, κυρίως μουσουλμάνων, αιτούντων άσυλο. Οι πρόσφυγες στην εκστρατεία της AfD παρουσιάστηκαν συλλήβδην ως τρομοκράτες ή δυνάμει εγκληματίες.

Η είσοδος ενός τέτοιου κόμματος στη γερμανική Βουλή είναι αληθινό σοκ για πολλούς Γερμανούς, η μεταπολεμική ταυτότητα των οποίων βασίστηκε ακριβώς στον εξοστρακισμό των ακραίων απόψεων, στην αναζήτηση συμβιβασμών, στην καταδίκη των εγκλημάτων του τρίτου ράιχ και την εκδήλωση μεταμέλειας για αυτά. Για τον Ντίτμαρ Μπαρτς του κόμματος Η Αριστερά «η είσοδος της AfD στην Μπούντεσταγκ αποτελεί σκάνδαλο».

Η εφημερίδα Bild έκανε λόγο περί «σεισμού», η Die Welt για έναν «θρίαμβο της εκστρατείας του φόβου», την ώρα που ο Αλεξάντερ Γκάουλαντ, πανηγυρίζοντας, δήλωνε ανοικτά και χωρίς υπεκφυγές χθες βράδυ ότι αρχίζει «το κυνήγι» με στόχο «την κυρία Μέρκελ».

Το κεντρικό ισραηλιτικό συμβούλιο της Γερμανίας είδε στη χθεσινή εκλογική επίδοση αυτού του κόμματος—το οποίο δεν κρύβει πως θέλει να αλλάξει η στάση της χώρας και να πάψει η εκδήλωση μεταμέλειας για τα ναζιστικά εγκλήματα—«τη μεγαλύτερη πρόκληση για τη δημοκρατία μετά το 1949», δηλαδή την γέννηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Το Παγκόσμιο Εβραϊκό Συνέδριο χαρακτήρισε την AfD ένα «αισχρό αντιδραστικό κίνημα το οποίο υπενθυμίζει το χειρότερο παρελθόν» της χώρας.

Η είσοδος του κόμματος αυτού στην Μπούντεσταγκ θα αλλάξει άρδην την εικόνα της Γερμανίας στο εξωτερικό «καθώς με το AfD, επιστρέφει μια γλώσσα η οποία είχε εξοριστεί εκτός της πολιτικής μας συναίνεσης», σχολίασε η Σουζάνε Σουτεμάγερ, καθηγήτρια πολιτικών επιστημών στο πανεπιστήμιο Χάλε.

Τα προβλήματα της Μέρκελ δεν σταματούν όμως εκεί. Ο σχηματισμός κυβέρνησης αναγγέλλεται μάλλον περίπλοκη υπόθεση. Οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD), που υπέστησαν βαριά ήττα, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τον συνασπισμό με την καγκελάριο και να παραμείνουν στην αντιπολίτευση.

Με δεδομένες τις ισορροπίες που διαμορφώθηκαν δεν μένει παρά μόνο μία πλειοψηφική λύση: μια χωρίς προηγούμενο συμμαχία σε εθνικό επίπεδο ανάμεσα στους συντηρητικούς, τους φιλελεύθερους και τους οικολόγους.

Αυτός ο συνασπισμός, ο λεγόμενος «Τζαμάικα» δεν είχε υπάρξει μέχρι σήμερα παρά μόνο σε κρατιδιακό επίπεδο: στο Σλέσβιχ-Χόλσταϊν, και μόλις από την άνοιξη. Τα δύο μικρότερα κόμματα διαφωνούν ανάμεσά τους σε πολλά—από τη μετανάστευση ως το ντίζελ και την κατάργηση του λιγνίτη. Διαφωνούν ταυτόχρονα σε πολλά με τους συντηρητικούς.

«Θα εξετάσουμε με ηρεμία, έπειτα από αναλύσεις και πιθανόν συνομιλίες, εάν μπορούμε να καταλήξουμε σε μια συνεργασία» δήλωσε επιφυλακτικά η Κάτριν Γκέρινγκ-Έκαρτ, εκ των επικεφαλής του ψηφοδελτίου των Πρασίνων.

Ο επικεφαλής των φιλελεύθερων του FDP Κρίστιαν Λίντνερ ήδη έθεσε τον πρώτο του όρο για να συμμετάσχει στην κυβέρνηση: να μπουν στο συρτάρι οι ιδέες περί μεταρρύθμισης της ευρωζώνης, φορέας των οποίων είναι ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν. Ο κοινός προϋπολογισμός της ευρωζώνης είναι «κόκκινη γραμμή» καθώς το Βερολίνο δεν θα πρέπει να βρεθεί ξανά στη θέση να πληρώσει για να αντιμετωπιστούν δημοσιονομικές κρίσεις άλλων χωρών, επέμεινε.

Οι διαπραγματεύσεις μπορεί να πάρουν μήνες. Μετά τις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές του 1949, το κόμμα που κερδίζει πάντα καταφέρνει να σχηματίσει μια πλειοψηφική συμμαχία. Κι η καγκελάριος αποκλείει το ενδεχόμενο να σχηματίσει μια κυβέρνηση μειοψηφίας, που θα βασίζεται σε ευκαιριακές πλειοψηφίες κατά περίπτωση ή ανά θεματική.

Μόνο μετά την οριστικοποίηση ενός νέου κυβερνητικού συνασπισμού η Μέρκελ θα μπορέσει να αναλάβει καγκελάριος για τέταρτη φορά. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν αποκλείεται η προκήρυξη νέων εκλογών

Αυτή άρα ήταν «μια εφιαλτική νίκη» για την καγκελάριο, συνόψισε η Bild.

O κατήφορος του Μάρτιν Σουλτς

Το ιστορικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας (SPD) καταγράφει τα χειρότερο εκλογικό ποσοστό στην ιστορία του και περνάει πλέον στην αντιπολίτευση, για να ανασυγκροτηθεί. Πού οφείλεται η πανωλεθρία;

Μόλις τον περασμένο Μάρτιο, ο Μάρτιν Σουλτς είχε εκλεγεί πρόεδρος του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος με 100% των ψήφων. Η ανακοίνωση και μόνο της υποψηφιότητάς του, τον Ιανουάριο, ήταν αρκετή για να εκτινάξει το SPD κοντά στο 30% σε όλες τις δημοσκοπήσεις και να «επαναπατρίσει» δεκάδες χιλιάδες οργανωμένα μέλη. Όλα έδειχναν ότι ο πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει την Άνγκελα Μέρκελ στις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Σήμερα, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική: με το ισχνό 20% των ψήφων ο Σουλτς καταρρίπτει ακόμα και το αρνητικό ρεκόρ που είχε καταγράψει το 1998 ο Φρανκ Βάλτερ Στάινμαϊερ απέναντι στην Άνγκελα Μέρκελ με 23%.

Πολλοί πιστεύουν ότι ο άλλοτε πολλά υποσχόμενος υποψήφιος των σοσιαλδημοκρατών δεν είχε επαρκή χρόνο για να αναπτύξει το πρόγραμμά του και να γίνει ευρύτερα γνωστός στους Γερμανούς ψηφοφόρους. Πολλοί δεν τον γνώριζαν, καθώς τα προηγούμενα πέντε χρόνια, ως πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, απέφευγε να αναμειχθεί σε ζητήματα εσωτερικής πολιτικής. Επιπλέον μέχρι τα τέλη του 2016 δεν είχε εκδηλώσει φιλοδοξίες για το χρίσμα του SPD, το οποίο φαινόταν να κατοχυρώνεται στον αντικαγκελάριο και προσωπικό του φίλο, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ.

"Αλλάζει κόμμα" η εργατική τάξη;

Οι μετεκλογικές αναλύσεις στο πρώτο κανάλι της γερμανικής τηλεόρασης (ARD) δείχνουν πάντως, ότι η καθίζηση του SPD δεν είναι μόνο ζήτημα προσώπων. Και τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας, οι χριστιανοδημοκράτες της Μέρκελ (CDU) και οι σοσιαλδημοκράτες του Σουλτς καταγράφουν σημαντική μείωση στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων που ανήκουν στην αποκαλούμενη «εργατική τάξη» και φαίνεται πλέον να αναζητούν άλλες εναλλακτικές λύσεις.

Συγκεκριμένα: ενώ στις εκλογές του 1998 το 49% των ψηφοφόρων της εργατικής τάξης προτιμούσε το SPD και το 29% το CDU, στις εκλογές της Κυριακής τα ποσοστά αυτά μειώθηκαν σε 25% και 23% αντίστοιχα. Αλλά και σε προσωπικό επίπεδο ο Μάρτιν Σουλτς φαίνεται ότι δεν κατάφερε να αναπτύξει τη δυναμική που προεξοφλούσαν οι δημοσκοπήσεις τον Ιανουάριο. Σύμφωνα με έρευνα του τηλεοπτικού σταθμού N-TV στο ερώτημα «ποιον υποψήφιο κρίνετε πιο ειλικρινή;» ο πρόεδρος των σοσιαλδημοκρατών σχεδόν συμβαδίζει με την καγκελάριο (47% έναντι 53% για τη Μέρκελ), αλλά όταν τίθεται το ερώτημα για την κατάρτιση ή την ηγετική ικανότητα των υποψηφίων η Μέρκελ υπερτερεί με μεγάλη διαφορά του αντιπάλου της.

«Είναι μία δύσκολη και πικρή μέρα για τη σοσιαλδημοκρατία» παραδέχθηκε ο Σουλτς. Μόλις λίγα λεπτά μετά την ανακοίνωση των πρώτων έξιτ πολ ο γενικός γραμματέας του κόμματος Χουμπερτους Χάιλ, αλλά και η αντιπρόεδρος Μανουέλα Σβέσιγκ, δήλωσαν ότι το SPD θα πρέπει να συμφιλιωθεί με τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

 Ηγετικά στελέχη του κόμματος αφήνουν να εννοηθεί ότι αυτή η επιλογή λειτουγεί και ως ανάχωμα στο ακραίο δεξιό κόμμα της "Εναλλακτικής για τη Γερμανία", το οποίο αναδεικνύεται τρίτη δύναμη και θα γινόταν αξιωματική αντιπολίτευση σε περίπτωση συνέχισης του μεγάλου συνασπισμού στο Βερολίνο. Ωστόσο, δεν φαίνεται να συμμερίζονται όλοι την ίδια άποψη: ο σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός του Βραδεμβούργου Ντίτμαρ Βόιντκε δηλώνει ότι «υπάρχουν πολλοί λόγοι για να πας στην αντιπολίτευση», αλλά και εξίσου σημαντικοί λόγοι «για να συμμετάσχεις σε μία σταθερή κυβέρνηση». 

Από πού προήλθαν οι ψηφοφόροι του AfD

Ψηφοφόροι οι οποίοι στις προηγούμενες εκλογές απείχαν και διαρροές από τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU), Σοσιαλδημοκράτες (SPD) και την Αριστερά (Die Linke) έφεραν την Εναλλακτική για την Γερμανία (AfD) στην αποψινή εκλογική επιτυχία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η εταιρία infratest dimap, από το CDU και τους Χριστιανοκοινωνιστές (CSU) προς την AfD μετακινήθηκαν 1.070.000 ψηφοφόροι, από το SPD 500.000 και από την Αριστερά 430.000, από τους Φιλελεύθερους (FDP) 50.000, και από τους Πράσινους 40.000, ενώ οι νέοι ψηφοφόροι έφτασαν τις 740.000.