Είναι γνωστή και μελετήθηκε ιδιαίτερα η μακροχρόνια αντιπαράθεση του στρατιωτικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου με την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της εγκληματικής απόπειρας πραξικοπήματος εναντίον του, η οποία προκάλεσε, μόλις πέντε ημέρες αργότερα, την τουρκική εισβολή.

Λιγότερο γνωστή είναι η αντιπαράθεση της δικτατορίας με τη δημοκρατική Ιταλία. Μια σύγκρουση που μεταπήδησε γρήγορα από το διπλωματικό πεδίο στην ένοπλη βία και στην προσπάθεια ανατροπής του δημοκρατικού καθεστώτος και στη γειτονική χώρα.
Η Ιταλία ήταν από τις πρώτες χώρες που είχαν σπεύσει να καταδικάσουν το πραξικόπημα και να προσφέρουν άσυλο σε Έλληνες δημοκράτες. Και όχι μόνο. Η Ρώμη γρήγορα συμπαρατάχθηκε με τις σκανδιναβικές χώρες που είχαν εγείρει το πρόβλημα ενός ανελεύθερου καθεστώτος, όπως ήταν τότε το ελληνικό, εντός του Συμβουλίου της Ευρώπης.  

Η χούντα είχε την τύχη να αποφύγει τη διπλωματική σύγκρουση με τους Ευρωπαίους δημοκράτες το 1969, καθώς αμέσως μετά το πραξικόπημα προέκυψαν ο Πόλεμος των 6 Ημερών και, τον επόμενο χρόνο, η σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία.

Το 1969 ήταν όμως η χρονιά της μετωπικής σύγκρουσης, από την οποία το στρατιωτικό καθεστώς βγήκε βαρύτατα τραυματισμένο. Στις 12 Δεκεμβρίου του 1969 αποφασίστηκε η αποπομπή της χούντας από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Ήταν η μεγαλύτερη διπλωματική ήττα των πραξικοπηματιών, η οποία ενδεχομένως να άνοιγε τον δρόμο για ένα ακόμη πιο οδυνηρό ράπισμα: την αποπομπή της Ελλάδας και από το ΝΑΤΟ.

Ο εκ περιτροπής πρόεδρος του Συμβουλίου της Ευρώπης που αποφάσισε την εκδίωξη της χούντας ήταν ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας Άλντο Μόρο. Εννέα χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια της τρίμηνης απαγωγής του από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, είχε την ευκαιρία να αναφερθεί στα γεγονότα εκείνης της ημέρας. Δεν χρειάστηκε να εξηγήσει στους απαγωγείς του για ποιον λόγο ψήφισε υπέρ της αποπομπής. Επικεντρώθηκε σε ένα άλλο συμβάν που συγκλόνισε την Ιταλία ακριβώς την ίδια ημέρα: τη φοβερή έκρηξη σε κεντρική τράπεζα του Μιλάνου, που προκάλεσε 18 νεκρούς και 88 τραυματίες. 
Στο κείμενο που απευθυνόταν προς τους ερυθροταξιαρχίτες, και το οποίο ανακαλύφθηκε μόνον το 1990, ο Μόρο ήταν ο πρώτος που συνδύασε τα δύο γεγονότα της 12ης Δεκεμβρίου, την ήττα της χούντας και τη βόμβα στο Μιλάνο (ακολούθησαν πολλές άλλες βομβιστικές επιθέσεις, με εκατοντάδες θύματα). Ο Μόρο φαίνεται να είχε αμέσως αντιληφθεί ότι η βόμβα στην τράπεζα είχε σηματοδοτήσει την αρχή του φαινομένου, το οποίο ο βρετανικός Γκάρντιαν την επομένη ημέρα αποκάλεσε «στρατηγική της έντασης»: αιματηρές προκλήσεις και τυφλές επιθέσεις ώστε να ενισχυθεί στην ιταλική κοινή γνώμη η αναγκαιότητα μιας «ελληνικής λύσης».  

Ενώ η ιταλική αστυνομία αναζητούσε τους υπαίτιους ανάμεσα στους αναρχικούς, ο Μόρο διέκρινε από την πρώτη στιγμή ανάμειξη νεοφασιστών τρομοκρατών σε συνεργασία με ξένα κέντρα, ανάμεσα στα οποία αναφέρει ρητώς την ελληνική χούντα.
Βεβαίως, αν ο τότε υπουργός Εξωτερικών εξέφραζε δημόσια αυτές τις εκτιμήσεις του την επομένη της σφαγής στο Μιλάνο, και δεν περίμενε έως την απαγωγή του, η πρόσφατη ιστορία των δύο χωρών, της Ιταλίας και της Ελλάδας, δεν θα ήταν η ίδια. Αλλά ο Μόρο ήταν ο Μόρο και έπρεπε να περάσουν δεκαετίες προκειμένου να γίνουν κατανοητοί οι μεγαλοφυείς ελιγμοί του, όπως εκείνος που διέσωσε την παρουσία της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ το 1970, αλλά απομόνωσε ταυτόχρονα τους δεξιούς χριστιανοδημοκράτες στην Ιταλία που είχαν πραξικοπηματικές διαθέσεις.  

Αν όμως η σημειολογία της 12ης Δεκεμβρίου γινόταν αμέσως αντιληπτή, η στρατιωτική δικτατορία θα αναγκαζόταν να αποδεχθεί εκείνο που όλοι γνώριζαν, αλλά που η ίδια δεν μπορούσε να ομολογήσει: πως μέσα σε εκείνο τον νεφελώδη όσο και υστερικό αντικομμουνισμό που αποτελούσε την επίσημη «ιδεολογία» της, υπήρχε ένας σκληρός πυρήνας με έντονα φιλοφασιστικά και φιλοναζιστικά στοιχεία. Δεν αφορούσε μόνο τους δεδηλωμένους φασίστες, όπως τον Ιωάννη Λαδά, τον Κωνσταντίνο Ασλανίδη και όσους συνεργάζονταν με το Κίνημα 4ης Αυγούστου του Κωνσταντίνου Πλεύρη, αλλά όλους τους πραξικοπηματίες.  

Αυτή η εκλεκτική συγγένεια είχε αρχίσει να γίνεται εμφανής όταν οι Ευρωπαίοι νεοφασίστες, και κυρίως οι Ιταλοί που είχαν ήδη σταθερές επαφές με τους Έλληνες ομοϊδεάτες τους, ήταν οι μόνοι που έσπευσαν να χειροκροτήσουν την «εθνοσωτήριον επανάστασιν». Η χούντα άνοιξε πρόθυμα τις αγκάλες της και διοργάνωσε μέσω Πρεσβείας την εκπαιδευτική επίσκεψή τους στην Ελλάδα το Πάσχα του 1968: πραγματικό σεμινάριο προβοκάτσιας και τρομοκρατίας. Ο Πλεύρης και η 4η Αυγούστου θα στελεχώσουν την ΕΣΕΣΙ, τη χουντική φοιτητική οργάνωση στην Ιταλία, ενώ η Αθήνα δεν έβλεπε τίποτα το μεμπτό και καταδικαστέο στην κλιμάκωση των τυφλών βομβιστικών επιθέσεων στα ιταλικά τρένα και στις πλατείες. Σε μια περίπτωση μάλιστα, η φασιστική βόμβα εξερράγη σε βαγόνι του τρένου που ταξίδευε από τη Ρώμη προς την Μπολόνια (12 νεκροί, 48 τραυματίες) στις 4 Αυγούστου 1974. Ηχηρό μήνυμα συμπαράστασης προς τους Έλληνες ομοϊδεάτες: στις δύσκολες στιγμές μετά την κατάρρευση της χούντας, οι Ιταλοί «συναγωνιστές» δεν είχαν ξεχάσει τις παλιές καλές ημέρες.