Ξεκίνησαν εδώ και περίπου δύο μήνες οι εργασίες για την κατασκευή του πρώτου πυρηνικού εργοστασίου της Τουρκίας στο Ακουγιού, στα νότια της χώρας.

Το εργοστάσιο θα χτιστεί, θα ανήκει και θα λειτουργεί από τη ρωσική εταιρεία Rosatom, κάτι που σημαίνει ότι οι εγκαταστάσεις του Ακουγιού θα αποτελούν κυρίαρχο έδαφος της Μόσχας. Στη σειρά των τουρκικών σχεδιασμών ακολουθεί ένα δεύτερο πυρηνικό εργοστάσιο, στη Σινώπη, με ανάλογη δυναμικότητα, κατασκευασμένο από κονσόρτσιουμ ιαπωνικών εταιρειών. Εσχάτως, έχει ανακινηθεί και το ενδεχόμενο κατασκευής ενός τρίτου εργοστασίου στην Ιγκνιάντα, στα σύνορα της Τουρκίας με τη Βουλγαρία, περίπου 250 χλμ. από την Ελλάδα, σύμφωνα με δημοσίευμα της Καθημερινής.

Όλα αυτά μοιάζουν αρκετά ανησυχητικά, από πλευράς αύξησης του κινδύνου ενός μελλοντικού πυρηνικού ατυχήματος στη Μεσόγειο και θα μπορούσαν να αποτελούν μέρος καμπάνιας περιβαλλοντικής οργάνωσης. Ωστόσο, ο πραγματικός κίνδυνος κρύβεται στις κρυφές πυρηνικές φιλοδοξίες της Άγκυρας. Η κυβέρνηση Ερντογάν είχε πολυετείς διαπραγματεύσεις προτού καταλήξει στην τελική υπογραφή των διακρατικών συμφωνιών με τη Μόσχα τον Μάιο του 2010 και το Τόκιο τον Μάιο του 2013. Οι σκληρές –από την πλευρά της Άγκυρας– διαπραγματεύσεις είχαν έναν βασικό στόχο, ο οποίος και τελικά επιτεύχθηκε: οι ράβδοι ακτινοβολημένου πυρηνικού καυσίμου (spent nuclear fuel) να παραμένουν στην Τουρκία. Οι συγκεκριμένες ράβδοι καυσίμου του αντιδραστήρα δεν αποτελούν απόβλητο αλλά υλικό στο οποίο μπορεί να βασιστεί, εφόσον υπάρχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις, η κατασκευή πυρηνικών όπλων μικρού και μεσαίου μεγέθους.

Στις ίδιες διακρατικές συμφωνίες φαίνεται ότι προβλέπεται πως οι εγκαταστάσεις Ακουγιού και Σινώπης μπορεί να αποκτήσουν δυνατότητες εμπλουτισμού (enrichment) και επανεπεξεργασίας (reprocessing) ουρανίου. Εφόσον υπάρχουν αυτές οι παράγραφοι στις συμφωνίες της Τουρκίας με τη Ρωσία και την Ιαπωνία, από την Άγκυρα λείπει –προς το παρόν– η αναγκαία πυρηνική ισχύς. Προκειμένου να κατορθώσει την επεξεργασία του εμπλουτισμού ουρανίου, η Τουρκία πρέπει να αποκτήσει δυνατότητα παραγωγής 15.000 μεγαβάτ πυρηνικής ενέργειας. Ειδικοί εκτιμούν ότι ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο ανακοινώθηκε ότι η Άγκυρα ενδιαφέρεται να κτίσει ένα τρίτο πυρηνικό εργοστάσιο στα τουρκοβουλγαρικά σύνορα.

Ο άγνωστος «Χ»

Εκείνο που λείπει από την εξίσωση της δημιουργίας πυρηνικών όπλων είναι οι συσκευές φυγοκέντρισης, που, σύμφωνα με τους διεθνείς οργανισμούς (όπως η Διεθνής Οργάνωση Ατομικής Ενέργειας-ΙΑΕΑ), δεν υπάρχουν στην Τουρκία. Ήδη το 2014, ο πρώην επικεφαλής σχεδιασμού του γερμανικού υπουργείου Εθνικής Άμυνας Χανς Ρίλε είχε ισχυριστεί σε άρθρο του στην Die Welt ότι η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών (BND) διέθετε ενδείξεις ότι η Τουρκία κινείται στην κατεύθυνση δημιουργίας των προϋποθέσεων για την απόκτηση πυρηνικών όπλων. Και άφηνε να εννοηθεί πως στην πραγματικότητα η Τουρκία έχει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες εξέλιξης σε πυρηνική δύναμη απ’ όσες φαίνονται. Ο Ρίλε αναφέρεται στις στενές σχέσεις της Τουρκίας με το Πακιστάν, το οποίο εξήγαγε πυρηνική τεχνογνωσία σε διάφορες χώρες. Εξ όσων (πολύ περιορισμένων πληροφοριών) έχουν κατά καιρούς δημοσιοποιηθεί, η πιο ενδιαφέρουσα αφορά την τύχη ενός φορτίου που είχε ξεκινήσει από το Πακιστάν και τον πυρηνικό επιστήμονα Αμπντέλ Καντέρ Καν με προορισμό τη Λιβύη του Μουαμάρ Καντάφι και περιείχε εξαρτήματα φυγοκεντριστών αλλά και οδηγίες για τη δημιουργία όπλων. Πέρα από τα σενάρια, το ζήτημα του τουρκικού ενδιαφέροντος για ανάπτυξη πυρηνικών όπλων είναι πολιτικό και –εν μέρει– διακηρυγμένο. Αρκετοί Τούρκοι πολιτικοί, όπως παλαιότερα ο Γκιουλ, έχουν εκφράσει την απορία για το πώς είναι δυνατόν η χώρα τους να παραμένει δίχως πυρηνικά σε μια περιοχή όπου άλλα κράτη είτε διαθέτουν ήδη (Ισραήλ) είτε αναπτύσσουν (Ιράν). Φαίνεται, ωστόσο, ότι υπάρχουν αρκετοί υποψιασμένοι. Σύμφωνα με τον ισραηλινό Τύπο, στη συνάντηση που είχε τον Μάρτιο του 2010 ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου με τον Γιώργο Παπανδρέου προειδοποίησε ότι η Τουρκία θα μπορούσε σύντομα να γίνει πυρηνική δύναμη. Εκείνο που δεν έχει απαντηθεί ακόμη είναι το «πόσο σύντομα».