Σημαντικές γεωπολιτικές ανακατατάξεις αναμένεται να φέρει στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου η αγορά των πυραύλων S-400 της Τουρκίας από τη Ρωσία, οι οποίοι αναμένεται μάλιστα να παραδοθούν ακόμη και εντός του 2018.

Με άλλα λόγια η Τουρκία, έχοντας στην κατοχή της το εν λόγω αντιαεροπορικό σύστημα, το οποίο θεωρείται από τα πιο εξελιγμένα που υπάρχουν και καλύτερο από τα αντίστοιχα δυτικών χωρών, αποκτά στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι των γειτονικών της χωρών, αφού θα μπορεί να ελέγχει τις κινήσεις αεροσκαφών σε μεγάλο τμήμα του εναέριου χώρου.

Κάποιοι ειδικοί, όπως μεταδίδει η Καθημερινή, υποστηρίζουν ότι το σύστημα θα δίνει τη δυνατότητα στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις να «κλειδώνουν» στόχους (ακτίνα δράσης) σε απόσταση μέχρι και 400 χλμ., ενώ το υψόμετρο αναχαίτισης είναι 30 χλμ. και ο αριθμός εμπλεκόμενων στόχων 80 και η ταχύτητα ρίψης 4.800 μέτρα το δευτερόλεπτο. Ωστόσο, πολλοί εγείρουν αμφιβολίες για τις ανωτέρω προδιαγραφές και σε κάθε περίπτωση τονίζουν πως αυτές οι δυνατότητες ενδεχομένως να ισχύουν μόνο για συγκεκριμένα βλήματα –το 40N6– που δεν είναι βέβαιο ότι έχουν φθάσει στο στάδιο της παραγωγής, ενώ ούτε η Ρωσία προτίθεται να τα παράσχει σε άλλη χώρα.

Οι Τούρκοι υποστηρίζουν ότι η Ρωσία έχει συναινέσει τόσο στη συμπαραγωγή μέρους του συστήματος όσο και σε μεταφορά της προηγμένης τεχνογνωσίας. Πάντως, η απόκτηση του ρωσικού συστήματος από την Τουρκία θα δυσχέραινε την επιχειρησιακή συμπληρωματικότητα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, καθώς η αποτελεσματικότητα ενός αντιπυραυλικού συστήματος μειώνεται σημαντικά εάν δεν λειτουργεί σε συνέργεια με άλλα μέσα, όπως συμβαίνει με τον συνολικό νατοϊκό σχεδιασμό, που περιλαμβάνει ροή πληροφοριών από πολλές πηγές (AWACS, επίγεια ραντάρ κ.λπ.).

Ο Ταγίπ Ερντογάν έχει εδώ και αρκετά χρόνια εκφράσει την επιθυμία να αποκτήσει ένα υπερσύγχρονο αντιπυραυλικό σύστημα, υποστηρίζοντας ότι το χρειάζεται για την αντιμετώπιση απειλών από τη Συρία και το Ιράν. Στο πλαίσιο αυτό, το 2013 εξετάστηκε η πιθανότητα αγοράς του κινεζικού HQ-9, αλλά υπό την πίεση των ΗΠΑ, την απροθυμία του Πεκίνου να συναινέσει στη μεταφορά τεχνογνωσίας, αλλά και αμφιβολίες για το εάν οι προδιαγραφές του συγκεκριμένου συστήματος κάλυπταν πλήρως τις ανάγκες της Τουρκίας, δεν υπήρξε συμφωνία. Στη συνέχεια, και για μια διετία, οι δυτικοί είχαν αναπτύξει στην Τουρκία συστήματα Patriot.