Την στάση του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ σε σχέση με το σύστημα μετεγκατάστασης προσφύγων επιχειρεί να αναλύσει το Δελτίο Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ.

Όπως αναφέρεται στο άρθρο, η πρόσφατη πρόταση του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, περί κατάργησης του συστήματος μετεγκατάστασης προσφύγων ανέδειξε το βαθύ διχασμό στο εσωτερικό της Ε.Ε. και την έλλειψη ενιαίας πολιτικής για την αντιμετώπισή του, προς όφελος των ακραίων φωνών.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει παντελώς ανέτοιμη απέναντι σε ενδεχόμενο κλιμάκωσης της προσφυγικής κρίσης δείχνοντας ότι δεν κινείται, ως όφειλε, προς την κατεύθυνση ενδυνάμωσης της αλληλεγγύης και του διαμοιρασμού των βαρών.

Δύο και πλέον χρόνια μετά το ξέσπασμα της προσφυγικής κρίσης το εν λόγω ζήτημα συνεχίζει να αποτελεί βραδυφλεγή βόμβα για τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ακραίες φωνές να βρίσκουν ανοιχτές πόρτες στις Βρυξέλλες.

Η πρόσφατη πρόταση του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, για κατάργηση του υποχρεωτικού συστήματος μετεγκατάστασης προσφύγων, αλλά και η διήμερη Σύνοδος Κορυφής 14-15 Δεκεμβρίου, αποτύπωσαν τις έντονες αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ. 

Στην επιστολή προς τους ευρωπαίους ηγέτες ο Πρόεδρος της ΕΕ χαρακτήρισε τις ποσοστώσεις μη αποτελεσματικές και διχαστικές, ενώ τόνισε ότι πρέπει να επιτευχθεί «συναίνεση έως τον Ιούνιο του 2018 για τη μεταναστευτική πολιτική της Ένωσης, βασισμένη στο πνεύμα της ευθύνης και της αλληλεγγύης».
Ευθύνη και αλληλεγγύη δεν διαπίστωσε, πάντως, στις προτάσεις Τουσκ τόσο το σύνολο των κρατών-μελών, πλην των χωρών Visegrad (Τσεχία, Πολωνία, Σλοβακία και Ουγγαρία), όσο και η πλευρά της Κομισιόν. Ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Φρανς Τίμερμανς και ο Έλληνας Επίτροπος Μετανάστευσης, Δημήτρης Αβραμόπουλος – που προέρχονται, μάλιστα, από το συντηρητικό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα - άσκησαν έντονη δημόσια κριτική στον Πολωνό πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, αποτυπώνοντας τις διαφορετικές γραμμές που υπάρχουν ακόμη και μεταξύ των οργάνων της Ένωσης.

Ο Επίτροπος χαρακτήρισε «αντιευρωπαϊκή» την πρόταση Τουσκ και ότι «υπονομεύει έναν από τους βασικούς πυλώνες της Ε.Ε., την αλληλεγγύη» αφού «χωρίς αλληλεγγύη, η Ευρώπη δεν μπορεί να υπάρξει» ενώ ο Αντιπρόεδρος της Επιτροπής υπογράμμισε ότι «είτε θα βρούμε μια ευρωπαϊκή λύση για το θέμα της μετανάστευσης είτε δεν θα υπάρξει λύση» διότι «δεν μπορούν περιορισμένες χώρες να φέρουν στον ώμο τους το βάρος αυτό».

Μετά τη Σύνοδο Κορυφής, η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ και ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν με δηλώσεις τους κράτησαν αποστάσεις από την πρόταση Τουσκ, προτάσσοντας επικοινωνιακά τη λέξη «αλληλεγγύη». Το Βερολίνο, πριν από τη Σύνοδο Κορυφής, είχε διαμηνύσει μέσω διαρροής κυβερνητικής πηγής ότι δεν επρόκειτο να κάνει αποδεκτές τις θέσεις Τουσκ.

Το ανησυχητικό σημείο σχετικά με την βαθιά αντιευρωπαϊκή πρόταση του προέδρου της ΕΕ για το ζήτημα του προσφυγικού φαίνεται να μην μία σκέψη εν κενώ και αποσπασματική διαδικασία, αλλά μία βαθιά συμβολική κίνηση. Ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του οργάνου που καθορίζει τις γενικές πολιτικές κατευθύνσεις και προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προχώρησε σε μία πρόταση που επί της ουσίας κλονίζει τη διάσταση της αλληλεγγύης, που θα έπρεπε να κυριαρχεί στο εσωτερικό της ΕΕ. 

Στην πραγματικότητα, κλείνει το μάτι σε ακραίες θέσεις και ηγεσίες χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (όπως οι χώρες Visegrad αλλά και η νέα πολιτική ηγεσία της Αυστρίας), βάζοντας στην ατζέντα τις διχαστικές και ιδιοτελείς προσεγγίσεις για τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης. «Ο άνεμος γυρνά προς την κατεύθυνσή μας», δήλωσε χαρακτηριστικά ο νέος πρωθυπουργός της Πολωνίας Ματέους Μοραβιέτσκι, κατά την προ ημερών συνάντησή του με τον Ούγγρο ομόλογό του Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος από την πλευρά του τόνισε ότι «η μεταναστευτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέτυχε, πρόκειται για θεαματική αποτυχία. Είναι σαφές ότι οι ευρωπαϊκοί λαοί δεν θέλουν τη μετανάστευση, μολονότι πολλοί ηγέτες εξακολουθούν να προωθούν αυτήν την πολιτική που έχει αποτύχει».

Οι παραπάνω εξελίξεις καταδεικνύουν τη συνεχιζόμενη έλλειψη πραγματικά ενιαίας πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο ευαίσθητο ζήτημα της προσφυγικής/μεταναστευτικής κρίσης. Ενώ η ΕΕ διαπραγματεύεται με τη Βρετανία για τους όρους του Brexit, προετοιμάζεται για τη μάχη του Προϋπολογισμού χωρίς τη σημαντική χρηματική συμμετοχή του Λονδίνου, έχει ενεργές αποσχιστικές/αυτονομιστικές τάσεις στο εσωτερικό της (βλ. Καταλονία), συντηρείται ένα ακόμη μέτωπο αβεβαιότητας, με προτάσεις που ρίχνουν το βάρος της διαχείρισης των προβλημάτων σε συγκεκριμένα κράτη-μέλη (Ελλάδα και Ιταλία) αντί να επικεντρωθούν σε λύσεις μέσω του κοινού διαμοιρασμού των βαρών. 

Με δεδομένη την εύθραυστη κατάσταση στη Μέση Ανατολή μία κλιμάκωση της προσφυγικής κρίσης με αύξηση των ροών δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η Ευρώπη όχι μόνο δεν είναι έτοιμη για τη διαχείριση ενός τέτοιου ενδεχομένου, αλλά δείχνει ακόμη πιο ευάλωτη σε εσωτερικές τριβές και διαφοροποιήσεις.