Οι πρόσφατες παραιτήσεις των στρατιωτικών ηγετών της Τουρκίας είναι πολύ πιθανό να σηματοδοτήσουν μία ιστορική αλλαγή στον ρόλο του στρατού στην πολιτική σκηνή της χώρας, γράφει στο Al Jazeera ο καθηγητής Behlul Ozkan, του πανεπιστημίου Μamara της Κωνσταντινούπολης. Ο καθηγητής τονίζει ότι όποιος διαβάσει για την πολιτική και την ιστορία της Τουρκίας, θα διαπιστώσει ότι ο ρόλος του στρατού σε αυτός ήταν ανέκαθεν κρίσιμος.

Από το 1923, έτος κατά το οποίο ιδρύθηκε η τουρκική δημοκρατία από τον Κεμάλ Ατατούρκ και τους άλλους στρατηγούς, ο στρατός λειτουργούσε ως «προστάτης» του τουρκικού κράτους.

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του '80 οι έξι από τους επτά προέδρους της χώρας, ήταν στρατηγοί που επέτρεπαν στο στρατό να επιβλέπει τους πολιτικούς και να παρεμβαίνει όποτε κρινόταν απαραίτητο. Εξάλλου, ο στρατός είχε πραγματοποιήσει τέσσερα πραξικοπήματα το 1960, το 1971, το 1980 και το 1997, ρίχνοντας εκλεγμένες κυβερνήσεις και προωθώντας συντάγματα, για να καθοδηγεί τον πολιτικό χώρο. Ο ρόλος των στρατηγών νομιμοποιήθηκε στα πολιτικά δρώμενα της Τουρκίας έχοντας δύο «καθήκοντα»: Την δυτικοποίηση και την υπεράσπιση της δημοκρατίας έναντι των εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών.

Ο στρατός συμβαδίζει με τα κεμαλικά ιδανικά, όπως είναι αυτά ενός σύγχρονου, κοσμικού και προηγμένου κράτους. Αυτή η οπτική ήταν επαναστατική για την Τουρκία γιατί είχε διαχωρίσει το κράτος από το Ισλάμ και οι πιστοί συνδέθηκαν με το κράτος και την πατρίδα.

Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου η δημιουργία ενός δημοκρατικού συστήματος έγινε αναπόσπαστο κομμάτι των κεμαλικών ιδεών, από τη στιγμή που η Τουρκία στόχευε να μπει στον «Ελεύθερο κόσμο» ενάντια στο κομμουνιστικό μπλοκ. Με το σκεπτικό αυτό και δεδομένης της γεωγραφικής θέσης της χώρας, ο στρατός ανέλαβε να έχει έναν «ειδικό ρόλο» ώστε να αποκρούσει την «κομμουνιστική απειλή» και τον «σοβιετικό επεκτατισμό».

Σύμφωνα με τα πρότυπα άλλων μεσογειακών χωρών στο Δυτικό μπλοκ όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία, το διεθνές μοντέλο διχοτόμησης του Ψυχρού Πολέμου επέτρεψε στους τούρκους στρατηγούς να έχουν ισχυρό ρόλο στα πολιτικά δρώμενα, περιθωριοποιώντας τους διανοούμενους και τους αριστερούς, κατηγορώντας τους ως φιλοκομμουνιστές και προδότες.

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου κι ενώ οι προαναφερθείσες χώρες προχώρησαν σε μοντέλα φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, η επιρροή των στρατηγών παρέμεινε ανεπηρέαστη, ακόμα και μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '90 το πολιτικό Ισλάμ και οι κουρδικές τάσεις αυτονόμησης «αντικατέστησαν» τον κομμουνιστικό κίνδυνο για τους στρατηγούς-«φύλακες» της δημοκρατίας.

Την τελευταία δεκαετία, όμως, η πολιτικο-στρατιωτική ισορροπία έχει αλλάξει δραματικά, ως αποτέλεσμα της οικονομικής και πολιτικής ελευθέρωσης, που ενισχύθηκαν από την ανάπτυξη των σχέσεων Τουρκίας-Ε.Ε. με στόχο την ένταξη της χώρας στους κόλπους της, όπως βέβαια και από την άνοδο στην εξουσία του ΑΚΡ του Ταγίπ Ερντογάν το 2002. Η αποπολιτικοποίηση του στρατού ήταν βασική προϋπόθεση για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι πρόσφατες παραιτήσεις των επικεφαλής των στρατιωτικών σωμάτων της χώρας, μεταξύ των οποίων και του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, ως μορφή διαμαρτυρίας για τη φυλάκιση 250 αξιωματικών με την κατηγορία της συνομωσίας κατά του κυβερνώντος κόμματος σηματοδότησε το τέλος της προνομιακής θέσης του στρατιωτικών στην πολιτική ζωή της Τουρκίας.

Για πρώτη φορά στην ιστορία της σύγχρονης ιστορίας της Τουρκίας, οι στρατιωτικοί ηγέτες αποφάσισαν να παραιτηθούν των θέσεών τους, παρά να καθαιρεθούν από μια εκλεγμένη κυβέρνηση. Αυτή η άνευ προηγουμένου εξέλιξη συμβολίζει το τέλος της κυριαρχίας του στρατού και την αρχή μιας νέας εποχής για την Άγκυρα, καταλήγει ο καθηγητής.


Βαγγέλης Βιτζηλαίος