Την ποινική δίωξη των προκατόχων της, σοσιαλιστικών κυβερνήσεων, που η ίδια θεωρεί ένοχες για την αύξηση του κρατικού χρέους, δρομολογεί με τη συνταγματική της πλειοψηφία δύο τρίτων η δεξιοεθνικιστική κυβέρνηση του πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπάν στην Ουγγαρία, γεγονός που επισείει εκ νέου διεθνείς αντιδράσεις και κριτική για εγκαθίδρυση απολυταρχικού συστήματος, όπως συνέβη με την πρόσφατη ψήφιση του νέου Συντάγματος της χώρας και του νέου νόμου περί Τύπου. Το γεγονός αυτό έφερε την ελληνικής καταγωγής πρέσβειρα των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βουδαπέστη, Ελένη Τσακοπούλου-Κουναλάκη, να χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα, σε σημερινό άρθρο της στην φιλοκυβερνητική ουγγρική εφημερίδα "Μάγκιαρ Νέμζετ", στο οποίο, αφενός προειδοποιεί πως η κυβερνητική πλειοψηφία των δύο τρίτων μπορεί να οδηγήσει στην εξαφάνιση της διάκρισης εξουσιών στην Ουγγαρία και αφετέρου επισημαίνει πως θα πρέπει να συνεχίσουν να υπάρχουν εγγυήσεις στη χώρα για την ελευθερία του Τύπου, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και για ελεύθερες και τίμιες εκλογές.

Ηδη, κατά την επίσκεψή της στη Βουδαπέστη, τέλη Ιουνίου, η Αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, είχε τονίσει ως καθοριστικά, τη διάκριση εξουσιών, τη διαφάνεια στην πολιτική και την ελευθερία του Τύπου. Μόλις πρόσφατα ο βοηθός υφυπουργός Εξωτερικών Τόμας Μέλια επέκρινε την ουγγρική κυβέρνηση ότι φοβάται το διάλογο με την αντιπολίτευση, κάτι που προκάλεσε δριμύτατες αντιδράσεις ευρωβουλευτή του κυβερνώντος κόμματος και τη δήλωση του Ούγγρου κυβερνητικού εκπροσώπου ότι "κανείς στην Ουγγαρία ή στο εξωτερικό δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη βούληση του ουγγρικού λαού".

Στο στόχαστρο του Βίκτορ Ορμπάν βρίσκονται τώρα οι σοσιαλιστές προκάτοχοί του στην πρωθυπουργία κατά το διάστημα 2002 μέχρι 2010, τους οποίους κατηγορεί ως υπεύθυνους για την αύξηση μέσα στην οκταετία, του κρατικού χρέους, από το 53 ο/ο στο 82 ο/ο του ΑΕΠ, κάτι, που, σύμφωνα με τον εκπρόσωπό του, Πέτερ Σιγιάρτο, συνιστά ένα "πολιτικό έγκλημα".

Στο πλαίσιο αυτό, η κυβερνητική πλειοψηφία αναθέτει τώρα στην Επιτροπή Συντάγματος της Βουλής την εξέταση των νομικών δυνατοτήτων για την παραπομπή σε δίκη των επικεφαλής των προηγούμενων κυβερνήσεων και συγκεκριμένα των πρώην πρωθυπουργών Πέτερ Μέντγκιεσι (2002-2004), Φέρεντς Τζιούρτσιανι (2004-2009) και Γκόρντον Μπαινάι (2009-2010), του Ουγγρικού Σοσιαλιστικού Κόμματος που, μετά τις εκλογές του Απριλίου 2010, βρίσκεται σήμερα στην αντιπολίτευση.

Όπως ανακοίνωσε ο εκπρόσωπος του Βίκτορ Ορμπάν, σε περίπτωση που καταστεί αναγκαίο, θα υπάρξει και αλλαγή της ισχύουσας νομοθεσίας ώστε, με αναδρομική ισχύ, να εξασφαλιστεί η σίγουρη παραπομπή σε δίκη των τριών πρώην πρωθυπουργών, κάτι που σήμερα καταγγέλεται από σύσσωμη την ουγγρική αντιπολίτευση ως παραβίαση θεμελιωδών αρχών του κράτους δικαίου.

Αναλυτές στη Βουδαπέστη επισημαίνουν πως είναι η πρώτη φορά στην Ουγγαρία, μετά τις καθεστωτικές αλλαγές του 1989, που δρομολογούνται, και μάλιστα αναδρομικά, ποινικές διώξεις για πολιτικές αποφάσεις, κάτι που υπήρχε μόνον στα τελευταία χρόνια της κομμουνιστικής διακυβέρνησης, ενώ υπενθυμίζουν συγχρόνως πως αύξηση του κρατικού χρέους σε αυτά τα επίπεδα σε μία οκταετία, δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Εξάλλου, όπως σημειώνουν οι ίδιοι, μεγάλη ευθύνη για τη μη επιτυχία των μεταρρυθμίσεων του τότε πρωθυπουργού Φέρεντς Τζιούρτσιανι, φέρει η πολιτική μπλοκαρίσματος που ακολουθούσε τότε ως αντιπολίτευση το κόμμα του νυν πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπάν, το οποίο, για παράδειγμα, είχε ματαιώσει το 2009 τη μεταρρύθμιση στο σύστημα Υγείας, μέσω δημοψηφίσματος το οποίο το ίδιο είχε προκαλέσει.

Οι αναλυτές επισημαίνουν επιπλέον, πως οι τωρινοί χειρισμοί του Ορμπάν κατά των προκατόχων του, πρέπει να οφείλονται σε μέγα μέρος στη διάθεση πολιτικής εκδίκησης εναντίον του Φέρεντς Τζιούρτσιανι, που τότε θεωρείτο ιδιαίτερα χαρισματικός και έναντι του οποίου ο ίδιος είχε υποστεί μεγάλη ήττα στις βουλευτικές εκλογές του 2006, κινδυνεύοντας μάλιστα να βιώσει σχεδόν το τέλος της πολιτικής του σταδιοδρομίας.