Κατά 70% μειώθηκαν οι αιτήσεις ασύλου το 2017 στη Γερμανία, ενώ οι αιτήσεις συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε ορισμένες ακόμη ευρωπαϊκές χώρες μειώθηκαν κατά 44%, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησε τη Δευτέρα στην ετήσια έκθεσή της η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO).

Ειδικότερα, το 2017 υποβλήθηκαν 222.560 αιτήσεις στη Γερμανία, έναντι 745.155 το 2016, ενώ σε όλη την Ε.Ε., ζήτησαν διεθνή προστασία 728.470 άνθρωποι. Οι περισσότεροι αιτούντες ήταν πολίτες της Συρίας, του Ιράκ και του Αφγανιστάν.

Στα στοιχεία της EASO για την Ε.Ε. συμπεριλαμβάνονται οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν σε χώρες-μη μέλη της, συγκεκριμένα στην Ελβετία, τη Νορβηγία, την Ισλανδία και το Λιχτενστάιν.

Η Γερμανία ήταν η χώρα όπου υποβλήθηκε ο υψηλότερος αριθμός αιτήσεων ασύλου. Ακολουθούν η Ιταλία, η Γαλλία, η Ελλάδα, η Βρετανία και η Ισπανία. Στην Ιταλία, υποβλήθηκαν 128.850 αιτήσεις, αριθμός αυξημένος κατά 5% από το 2016.

Σύμφωνα με την EASO, το 2017 ήταν η δεύτερη συνεχόμενη χρονιά που καταγράφηκε μείωση των αιτήσεων ασύλου, μετά το ιστορικό υψηλό (1,4 εκατ.) που είχε καταγραφεί το 2015. Όπως προβλέπει η υπηρεσία στην έκθεσή της, η τάση θα συνεχιστεί το 2018.

Τα προσωρινά στοιχεία για την περίοδο Ιανουαρίου-Απριλίου καταδεικνύουν ότι το επίπεδο των αιτήσεων «έχει σταθεροποιηθεί σε έναν μέσο όρο που δεν ξεπερνά τις 50.000 σε μηνιαία βάση», σύμφωνα με την EASO.

Στην Ελλαδα οι περισσότερες αφίξεις μεταναστών το πρώτο πεντάμηνο του έτους

Στο μεταξύ ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (FRONTEX), ανακοίνωσε ότι η Ελλάδα ήταν η χώρα της Μεσογείου όπου καταγράφηκε ο υψηλότερος αριθμός αφίξεων μεταναστών το πρώτο πεντάμηνο της χρονιάς.

Από τον Ιανουάριο ως τον Μάιο καταγράφηκαν πάνω από 19.800 αφίξεις, αριθμός που συμπεριλαμβάνει την είσοδο στη χώρα μεταναστών από τα χερσαία σύνορα με την Τουρκία. Ο αριθμός αυτός είναι αυξημένος κατά 90% από την αντίστοιχη περίοδο του 2017, σύμφωνα με τη FRONTEX.

Στην Ιταλία καταγράφηκαν 13.450 αφίξεις, αριθμός μειωμένος κατά 77% σε ετήσια βάση, ενώ στην Ισπανία περίπου 8.200, αριθμός αυξημένος κατά 59% από την αντίστοιχη περίοδο (Ιανουαρίου-Μαΐου) του 2017, σύμφωνα με τα στοιχεία του οργανισμού.

Πηγές: ΑΠΕ, dpa