«Το έθνος μου ανέθεσε την ευθύνη της προεδρίας και της εκτελεστικής εξουσίας», δήλωσε κατά την επινίκια ομιλία του ο Ταγίπ Ερντογάν. Ουδείς εξεπλάγη με τη νίκη του από τον α’ γύρο των προεδρικών εκλογών στη γειτονική χώρα. Άλλωστε, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης και το μεγαλύτερο μέρος του κρατικού μηχανισμού «εργάστηκαν» γι’ αυτό το σκοπό.

Χθες, ο ίδιος ο τουρκικός λαός με την ψήφο του διακόπτει τη διαδικασία εκδημοκρατισμού της Τουρκίας. Μια διαδικασία που ξεκίνησε το 1923 από τον Ατατούρκ και παρέμεινε ατελής μέχρι και σήμερα, καθώς η Τουρκία ουδέποτε κατόρθωσε να γίνει μια δυτική δημοκρατική χώρα. Έτσι, η λαϊκή βούληση επικυρώνει τη μετάβαση σε ένα προεδρικό σύστημα ρωσικού τύπου, με προσωποπαγή χαρακτηριστικά, χωρίς τα αναγκαία θεσμικά αντίβαρα.

Στην ουσία, ο τουρκικός λαός επικύρωσε το ρόλο που φιλοτέχνησε ο ίδιος ο Ερντογάν για τον εαυτό του: του μόνου στιβαρού ηγέτη που μπορεί να απογειώσει την Τουρκία και να αποτρέψει την υλοποίηση των «δυτικών σχεδίων» συρρίκνωσης του μεγέθους και της ισχύος της χώρας. Παράλληλα, ο ίδιος ο λαός επικύρωσε το μετασχηματισμό της τουρκικής εθνικής ταυτότητας: πλέον, οι ισλαμικές αξίες γίνονται αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της. Ταυτόχρονα, η αποψινή νίκη θέτει το θεμέλιο λίθο για τη σταδιακή ανάδειξη του «ερντογανισμού» σε κρατική ιδεολογία. Πρόκειται για τη νέα πολιτική θρησκεία με στοιχεία προσωπολατρίας, που θα επιχειρήσει να αντικαταστήσει τον κεμαλισμό στην ιστορική συνείδηση των Τούρκων.

Το κυβερνών ΑΚΡ απέδειξε ότι παραμένει το μοναδικό πολιτικό κόμμα με πιστούς ακολούθους σε ολόκληρη τη χώρα. Αν και φαινόταν δύσκολο, τελικά κράτησε δυνάμεις και μαζί με το εθνικιστικό MHP διατηρεί την πλειοψηφία στη βουλή. Ο μέσος ψηφοφόρος του κατάγεται από την Ανατολία, είναι θεοσεβούμενος, ασπάζεται τις διδαχές του Κορανίου, έχει δει το εισόδημά του να τριπλασιάζεται τα τελευταία 15 χρόνια και δείχνει ανοχή στις εκπτώσεις από τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου.

Στην αντιπολίτευση, ξεχώρισε η προεκλογική καμπάνια του κεμαλιστή Μουχαρρέμ Ιντζέ. Ξεκίνησε χαμηλά στις δημοσκοπήσεις και στο τέλος τερμάτισε δεύτερος, αφήνοντας πίσω την Μεράλ Ακσενέρ, την άλλοτε κραταιά υπουργό των κυβερνήσεων Τσιλλέρ. Ο Ιντζέ κατόρθωσε δύο πράγματα: αφενός σχημάτισε αντιπολιτευτικό μέτωπο ενώνοντας ετερόκλιτους πολιτικούς σχηματισμούς και αφετέρου έδωσε νέα πνοή στο παλαιωμένο κεμαλικό κόμμα CHP, θυμίζοντας στην εκλογική του βάση τις παραδοσιακές σοσιαλδημοκρατικές της αρχές. Αν και ηττημένος, ο Ιντζέ βάζει υποθήκη για το μέλλον, αφού κατάφερε ν’ αθροίσει πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο. Παράλληλα, το φιλοκουρδικό κόμμα HDP εισέρχεται στη βουλή, παρά το γεγονός ότι ο ηγέτης του Σελαχατίν Ντεμιρτάς παραμένει στη φυλακή.

Όσο για την εξωτερική πολιτική, δεν αναμένονται ιδιαίτερες μεταβολές. Οι ψηφοφόροι επιβράβευσαν την πλειοδοσία των πολιτικών δυνάμεων σε εθνικισμό. Οι ακραίες τοποθετήσεις που προηγήθηκαν τους τελευταίους μήνες προκάλεσαν εθνικό παροξυσμό που δύσκολα θα τιθασευτεί. Έτσι, η πλειοψηφία του λαού θα συνεχίσει να πιστεύει ότι το τουρκικό έθνος βρίσκεται στο στόχαστρο διεθνούς συνωμοσίας επειδή θεωρείται «λαμπρό και ισχυρό».

Στο Αιγαίο και την Κύπρο, η πολιτική θα παραμείνει αμετάβλητη, σε γενικές γραμμές. Οι Τούρκοι θα συνεχίσουν να επενδύουν στη θεωρία των γκρίζων ζωνών και να προσπαθούν μέσω εκφοβισμού να αποτρέψουν την κυπριακή κυβέρνηση από την υλοποίηση του ενεργειακού σχεδιασμού της. Και το αγκάθι των 8 Τούρκων στρατιωτικών που βρήκαν άσυλο στην Ελλάδα θα συνεχίζει να συμψηφίζεται κατά τρόπο παράλογο με τους 2 Έλληνες αξιωματικούς που ακόμα βρίσκονται έγκλειστοι στην Αδριανούπολη. Αυτή η θλιβερή ιστορία θα λάβει τέλος μόνον όταν ο Ερντογάν αντιληφθεί ότι δεν έχει πλέον να αποκομίσει οφέλη.

Στα υπόλοιπα μέτωπα, οι κινήσεις του Ερντογάν είναι περιορισμένες. Αργά ή γρήγορα, θα επιχειρήσει να οικοδομήσει εκ νέου τη σχέση με τη Δύση, κυρίως λόγω των οικονομικών δεσμών που παραδοσιακά συνδέουν τις δύο πλευρές. Μόνο που ο πανίσχυρος πλέον Πρόεδρος θα προσπαθήσει να εξασφαλίσει για την Τουρκία έναν διακριτό και αυτόνομο ρόλο, προκειμένου να την καταστήσει περιφερειακή δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο.

Όμως, οι δυσκολίες είναι περισσότερες. Ο Ερντογάν θα κληθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο αντι-ιρανικό μπλοκ που συγκροτούν οι ΗΠΑ, η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ και στο δίπολο Ρωσία-Ιράν. Ειδικά αν ο Τραμπ αποφασίσει να διαρρήξει πλήρως τις σχέσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, τότε ο Τούρκος Πρόεδρος θα βρεθεί αντιμέτωπος με διλήμματα σχεδόν υπαρξιακά.

Η «ερντογανική» Τουρκία είναι πλέον γεγονός. Μόνο που αυτό σηματοδοτεί την περαιτέρω απομάκρυνσή της από τη δημοκρατική κανονικότητα, όπως την αντιλαμβάνεται ο σύγχρονος δυτικός κόσμος.

Συμπέρασμα: η νέα Τουρκία είναι εδώ και, αναμφίβολα, είναι περισσότερο πολύπλοκη από οποιαδήποτε προηγούμενη έκδοση.

 

* O κ. Τάσος Χατζηβασιλείου είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος