Το Συντηρητικό Κόμμα της Βρετανίας υιοθέτησε το ισχύον σύστημα εκλογής και απομάκρυνσης ηγετών το 1998. Προηγουμένως, το κόμμα είχε το αποκλειστικό δικαίωμα να επιλέγει αρχηγούς, έπειτα όμως από την αντίδραση των οργανωμένων οπαδών του στα σκάνδαλα και τις αποτυχίες της κυβέρνησης του Τζον Μέιτζορ τη δεκαετία του ’90, εκφράστηκαν απαιτήσεις για εκδημοκρατισμό της διαδικασίας. Ο νέος αρχηγός της Αντιπολίτευσης των Συντηρητικών Γουίλιαμ Χέιγκ ανέπτυξε ένα σύστημα στο οποίο έχουν λόγο στην εκλογή του αρχηγού τόσο τα μέλη του κόμματος όσο και οι βουλευτές του.

Διαμορφώθηκε επίσης μια νέα διαδικασία που επέτρεπε την αμφισβήτηση της εμπιστοσύνης των βουλευτών στους εν ενεργεία αρχηγούς. Οι Συντηρητικοί βουλευτές που επιθυμούσαν την απομάκρυνση του αρχηγού του κόμματος έπρεπε παλιότερα να αμφισβητήσουν ευθέως την ηγεσία όπως έκανε ο Μάικλ Χέσελτιν στην Μάργκαρετ Θάτσερ το 1990. Το νέο σύστημα θα διαχώριζε την διαδικασία της απομάκρυνσης από αυτή της εκλογής νέου ηγέτη. Δεν θα υπήρχε πλέον απευθείας αμφισβήτηση της θέσης τους από αντιπάλους.

Κατά κύριο λόγο, οι αρχηγοί εγκαταλείπουν τη θέση τους έπειτα από εκλογικές ήττες ή πιέσεις σε παραίτηση. Κάποιοι αποχωρούν εξαιτίας ασθένειας και κάποιοι πεθαίνουν εν ενεργεία. Σε άλλες περιπτώσεις, ο αρχηγός του κόμματος μπορεί μεν να θέλει να παραμείνει, αλλά του ασκούνται πιέσεις να αποχωρήσει, όποτε μπορεί να χρειαστεί να υποβληθεί σε διαδικασία ψήφου εμπιστοσύνης. Οι κανονισμοί του κόμματος υποδεικνύουν ότι μόνο βουλευτές μπορούν να συγκαλέσουν και να συμμετέχουν σε διαδικασίες ψήφου εμπιστοσύνης, καθώς αυτοί είναι οι άνθρωποι που εργάζονται δίπλα στον αρχηγό καθημερινά και η εμπιστοσύνη τους σε εκείνον ή εκείνη είναι απαραίτητη για την λειτουργία του κόμματος στο κοινοβούλιο.

Ψήφος εμπιστοσύνης

Πρόταση μομφής τίθεται σε εφαρμογή σε περίπτωση που τουλάχιστον το 15% των βουλευτών του Συντηρητικού κόμματος την αιτηθούν με επιστολή στον πρόεδρο της αποκαλούμενης «Επιτροπής 1922» των βουλευτών. Επομένως, με 316 Συντηρητικούς βουλευτές στο Κοινοβούλιο απαιτούνται 48 επιστολές για την ενεργοποίηση της διαδικασίας, με τα ονόματα των αποστολέων να παραμένουν απόρρητα. Ο πρόεδρος της επιτροπής 1922, ο Γκράχαμ Μπρέιντι έπι του παρόντος, παρακολουθεί τον αριθμό των επιστολών, δεν κοινοποιεί όμως την τρέχουσα καταμέτρηση, καθώς κάτι τέτοιο θα προκαλούσε αποσταθεροποίηση. Οι επιστολές είναι δυνατόν να παραμείνουν αρχειοθετημένες για απροσδιόριστο χρόνο, ενώ οι αποστολείς δύνανται να τις αποσύρουν.

Όταν ξεπεραστεί το όριο του 15%, ο πρόεδρος της Επιτροπής 1922 ανακοινώνει το γεγονός και καταθέτει χρονοδιάγραμμα για την ψήφο εμπιστοσύνης, η οποία πρέπει να δοθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. Οργανώνεται στη συνέχεια μυστική ψηφοφορία των βουλευτών του Συντηρητικού κόμματος με την επιλογή να παράσχουν ή να άρουν την εμπιστοσύνη τους στον αρχηγό του κόμματος. Ο κανονισμός ορίζει ότι ο ηγέτης πρέπει να συγκεντρώσει την απλή πλειοψηφία των βουλευτών για να κερδίσει την ψηφοφορία. Αν τα καταφέρει, το κόμμα δεν δύναται να διεξαγάγει νέα ψήφο εμπιστοσύνης για ένα χρόνο, παρέχοντας έτσι κάποια προστασία στον ηγέτη.

Αν ο τελευταίος χάσει την ψήφο εμπιστοσύνης, αναγκάζεται σε παραίτηση και δεν του επιτρέπεται να συμμετάσχει στις επόμενες εσωκομματικές εκλογές για την επιλογή διαδόχου. Ο μηχανισμός αυτός έχει χρησιμοποιηθεί ξανά στο παρελθόν το 2003, όταν οι Συντηρητικοί ψήφισαν την απομάκρυνση του Ίαν Ντάνκαν Σμίθ από την ηγεσία με 90 προς 75 ψήφους.

Είναι αμφίβολο το κατά πόσο ένας αρχηγός που κέρδισε την ψήφο εμπιστοσύνης με πολύ μικρή πλειοψηφία μπορεί να συνεχίσει, εφόσον είναι πλέον γνωστό ότι οι μισοί σχεδόν εκ των βουλευτών του δεν τον εμπιστεύονται. Μια λύση στο πρόβλημα αυτό θα μπορούσε να είναι η μη κοινοποίηση του αριθμού των ψηφοφόρων, εφόσον ο κανονισμός αναφέρεται στην «κοινοποίηση του αποτελέσματος της ψηφοφορίας» από τον πρόεδρο της Επιτροπής 1922, όχι όμως και στην κοινοποίηση ποσοστών. Μια τέτοια κίνηση, πάντως, κινδυνεύει να θεωρηθεί αμφιλεγόμενη.

Εκλογές ηγεσίας

Σε περίπτωση που ο αρχηγός του κόμματος απομακρυνθεί με άρση εμπιστοσύνης ή αποσυρθεί με την θέληση του, πραγματοποιούνται εκλογές ηγεσίας. Οι υποψήφιοι πρέπει να είναι βουλευτές του Συντηρητικού κόμματος και να έχουν προταθεί και υποστηριχθεί δημόσια από τουλάχιστον δύο άλλους βουλευτές. Αν υπάρχει μόνο ένας υποψήφιος, τότε εκείνος αναλαμβάνει την ηγεσία χωρίς την ανάγκη διεξαγωγής ψηφοφορίας.

Σε περίπτωση υποψηφιότητας τριών ή παραπάνω βουλευτών, διεξάγεται σειρά μυστικών ψηφοφοριών. Κάθε βουλευτής μπορεί να υποστηρίξει έναν υποψήφιο, και μετά την καταμέτρηση των ψήφων, ο υποψήφιος με τις λιγότερες ψήφους αποκλείεται. Οι υποψήφιοι έχουν δικαίωμα εθελοντικής απόσυρσης από τις εκλογές.

Η διαδικασία συνεχίζεται μέχρι να απομείνουν μόνο δύο διεκδηκητές. Τα ονόματα τους τίθενται σε ταχυδρομική ψηφοφορία από τα κατά προσέγγιση 100.000 μέλη του κόμματος. Αν στη διαδικασία συμμετέχουν εξαρχής μόνο δύο, δεν απαιτείται ψηφοφορία στο Κοινοβούλιο και η διαδικασία περνάει απευθείας στη φάση της ταχυδρομικής ψηφοφορίας.

Δεν υπάρχει συγκεκριμένο ποσοστό ψήφων που πρέπει να συγκεντρώσει ένας υποψήφιος -πρέπει μόνο να αναδειχθεί στους δύο επικρατέστερους. Θεωρητικά, είναι δυνατόν ένας υποψήφιος να συγκεντρώσει το 75% των ψήφων στην τελική ψηφοφορία του Κοινοβουλίου, με τον δεύτερο να συγκεντρώνει ένα 15% και τον τρίτο ένα 10%, οι πρώτοι δύο όμως θα πρέπει παρόλα αυτά να υποβληθούν και στην ψηφοφορία των μελών.

Και ο κλήρος πέφτει στα μέλη

Διοργανώνεται σειρά προεκλογικών εκστρατειών και δεν είναι απίθανο να διεξαχθούν και τηλεοπτικά ντιμπέιτ. Για να κερδίσει την ηγεσία ο υποψήφιος χρειάζεται την απλή πλειοψηφία στην ολομελή ψηφοφορία, γεγονός που είναι δεδομένο ότι θα επιτευχθεί με την ύπαρξη μόνο δύο υποψηφίων.

Οι ψηφοφορίες στο Κοινοβούλιο ολοκληρώνονται σύντομα, συνήθως εντός μιας εβδομάδας, ανάλογα με τον αριθμό των υποψηφίων. Η ολομελής ψηφοφορία διαρκεί περισσότερο, καθώς τα ψηφοδέλτια πρέπει να τυπωθούν και να ταχυδρομηθούν σε όλα τα μέλη, να διοργανωθούν οι εκστρατείες και οριστεί ο χρόνος επιστροφής των ψηφοδελτίων. Στις εκλογές ηγεσίας του 2001 και του 2005, το στάδιο αυτό διήρκεσε περίπου δύο μήνες.

Η καθυστέρηση αυτή λειτουργεί συχνά αποτρεπτικά στην διεξαγωγή εκλογών ηγεσίας, εκτός αν κριθούν εντελώς αναπόφευκτες. Ειδικά για ένα κυβερνών κόμμα είναι πολύ δύσκολο να παραμείνει εκτός δράσης για τόσο διάστημα. Στην πράξη, υπάρχουν τρόποι αποφυγής του προβλήματος. Η απόσυρση της Άντρεα Λίντσομ μετά την ανάδειξη της ως δεύτερης στην τελική ψηφοφορία του κοινοβουλίου το 2016, απέδειξε ότι υστερούσε κατά πολύ σε σύγκριση με την Τερέζα Μέι. Η επιρροή της Λίντσομ στους βουλευτές της θα είχε πληγεί δεδομένης της ασθενής υποστήριξης στο πρόσωπο της, ακόμη και αν κέρδιζε τελικά στην ψηφοφορία των μελών. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε έτσι εντός μίας βδομάδας.

Ο κανονισμός ηγεσίας των Συντηρητικών αντιπροσωπεύει μια απόπειρα να εναρμονιστεί η ανάγκη των ηγετών να χαίρουν της εμπιστοσύνης των βουλευτών τους με την απαίτηση των μελών να συμμετέχουν στο κόμμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι κανονισμοί επικρίνονται για το γεγονός ότι ένα σώμα ψηφοφόρων, τα οργανωμένα μέλη, επιλέγουν αρχηγό, και ένα διαφορετικό σώμα, οι βουλευτές, τον καταρρίπτουν. Δύο δεκαετίες, όμως, μετά την θέσπιση τους, το κόμμα έχει βρει τρόπο να λειτουργούν οι κανονισμοί στην πράξη.

 

ΠΗΓΗ: QUARTZ

Επιμέλεια: Μαρία Ψυλλάκη