H κυβέρνηση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι μελετά, τις ημέρες αυτές, την δυνατότητα να αυξήσει το φόρο προστιθέμενης αξίας από το 20% στο 21%, ώστε να ενισχυθεί το σύνολο των έκτακτων οικονομικών μέτρων και να αποφευχθεί η προβλεπόμενη εισφορά των μεγαλοεισοδηματιών, όπως μετέδωσαν στα μεσημεριανά δελτία ειδήσεων ιταλικά τηλεοπτικά δίκτυα. Από τους πρώτους υπολογισμούς προκύπτει ότι με τυχόν αύξηση του φόρου προστιθέμενης αξίας --της τάξης του 1%-- μόνο για τα είδη πολυτελείας, το ιταλικό δημόσιο θα μπορούσε να εισπράξει περίπου πέντε δισεκατομμύρια ευρώ, επιτρέποντας στον «Καβαλιέρε» να αποφύγει, πιθανότατα, την έκτακτη εισφορά για όσους κερδίζουν πάνω από 90.000 το χρόνο. Η έκτακτη αυτή εισφορά, όπως αναφέρει το δελτίο ειδήσεων του ιδιωτικού καναλιού «Tg5», δεν πρόκειται να αποφέρει πάνω από 3,8 δισεκατομμύρια ευρώ.

Παράλληλα, σύμφωνα με τα όσα διαρρέουν κυβερνητικοί κύκλοι, δεν πρόκειται, τελικώς, να εγκριθεί κανενός είδους παρέμβαση επί των συντάξεων, ούτε με περικοπές, ούτε με άμεση αύξηση της μέσης συντάξιμης ηλικίας.

Η κυβέρνηση του μεγιστάνα-πρωθυπουργού, θα προσπαθήσει να λάβει το «πράσινο φως» της γερουσίας στην δέσμη έκτακτων οικονομικών μέτρων, πριν την 6η Σεπτεμβρίου, ημέρα κατά την οποία το συνδικάτο Cgil, πρόκειται να οργανώσει πανιταλική απεργία.

Η γραμματέας του Cgil, Σουζάνα Καμούσο, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες άλλαξε το περιεχόμενο των μέτρων που είχε παρουσιάσει, πριν την δημοσιοποίησή τους, στους κοινωνικούς εταίρους».

Σύμφωνα με την Καμούσο, «παρακολουθούμε ένα ταπεινωτικό θέαμα, με πρωταγωνιστές τους πολιτικούς εκείνους, που επί τρία χρόνια, αρνούνταν ότι ζούσαμε οικονομική κρίση».

Ο υπουργός εργασίας, Μαουρίτσιο Σακόνι, από την μεριά του, απάντησε στο συνδικάτο Cgil ότι «η απεργία είναι μια αδικαιολόγητη πράξη ανευθυνότητας, έστω και αν όλοι μας σεβόμαστε, το συνδικαλιστικό αυτό δικαίωμα».

Σύμφωνα με ιταλούς σχολιαστές, η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι σκέπτεται να προσθέσει, στα οικονομικά μέτρα που δημοσιοποιήθηκαν έως τώρα, την δυνατότητα «φιλικών φορολογικών διακανονισμών», με τους πολίτες . Μια μέθοδος που θα μπορούσε να προσφέρει την δυνατότητα αύξησης των εισπράξεων φόρων, με κάποιο είδος «έκπτωσης» επί του συνολικού, οφειλόμενου ποσού.