Παλιότερα ήταν καθημερινή συνήθεια ένα ποτηράκι μπύρα στην παμπ μετά τη δουλειά. Η παμπ ανήκει στη βρετανική παράδοση, στον τρόπο ζωής των Βρετανών. Ωστόσο ολοένα και περισσότερα μαγαζιά κλείνουν. Μόνο το πρώτο εξάμηνο αυτού του χρόνου σχεδόν 500 παμπ έβαλαν λουκέτο. Πρόκειται για μια τάση των τελευταίων χρόνων. Οι καταστηματάρχες για να επιβιώσουν είναι υποχρεωμένοι να αυξήσουν την τιμή της μπύρας. Αυτό όμως κάνει την κατάσταση ακόμα χειρότερη διότι οι άνθρωποι αγοράζουν τη μπύρα στο σουπερμάρκετ και την πίνουν στο σπίτι.

«Πριν από 20 χρόνια οι άνθρωποι πήγαιναν δυο, τρεις ή και τέσσερεις φορές την εβδομάδα στην παμπ. Σήμερα μόνο μια φορά και αυτό γιατί δεν το αντέχουν οικονομικά» δηλώνει ο Πάτρικ Λιν. Ο 43χρονος διευθύνει την παμπ με την επωνυμία «The Lamb and Flag» κοντά στο Κόβεντ Γκάρντεν στο Λονδίνο.

«Όταν ξεκίνησα πριν από 17 χρόνια, μόνο στο δρόμο μου στην πόλη Κόβεντρι όπου έμενα τότε, λειτουργούσαν 11 παμπ. Όταν έφυγα από την πόλη το 2010 υπήρχαν μόνο δυο παμπ» λέει.

Η υπερφορολόγηση είχε αρνητικές συνέπειες

Η απαρχή της αρνητικής αυτής εξέλιξης ήταν όταν ξεκίνησε η απαγόρευση του τσιγάρου το 2007. Επιπλέον αυξήθηκε η φορολογία στα ποτά. Στo 1 pint, δηλαδή στα 0,56 λίτρα, επιβάλλεται φόρος 61 σεντ, δώδεκα φορές δηλαδή περισσότερο σε σχέση με τη Γερμανία. Ο λόγος της αύξησης της φορολογίας σχετίζεται με τον αγώνα κατά της κατάχρησης του αλκοόλ.

Κατά μέσο όρο η τιμή για ένα pint στη Βρετανία διπλασιάστηκε τα προηγούμενα δυο χρόνια. Το ίδιο χρονικό διάστημα ο αριθμός των παμπ από τις 60.800 μειώθηκε στις 48.350. Και στη Γερμανία πάντως μειώθηκε ο αριθμός των αντίστοιχων μαγαζιών. Η απαγόρευση του καπνίσματος στη Γερμανία δεν έπαιξε πάντως αποφασιστικό ρόλο. Αυτό που φάνηκε να είναι σημαντικότερο είναι πως οι νέοι άνθρωποι θέλουν περισσότερη διασκέδαση.

Σύμφωνα με το ταξιδιωτικό οδηγό «Good Pub Guide» η πιο φθηνή μπύρα κοστίζει κατά μέσο όρο 3,37 λίρες. Στο Λονδίνο θα πρέπει κανείς να πληρώσει κατά μέσο όρο 4,44 λίρες τη μπύρα. Ωστόσο οι ίδιοι οι Βρετανοί θεωρούν πως η τιμή της μπύρας δεν θα έπρεπε να ξεπερνάει τις 3 λίρες. Πάντως πολλοί ισχυρίζονται ότι θα επιβιώσουν αυτές που θα προσφέρουν την καλύτερη ποιότητα προϊόντος αλλά και παροχής υπηρεσιών.

Πηγή: Deutsche Welle