Ο τέως υπουργός Εξωτερικών Μάρκος Κυπριανού, καταθέτοντας σήμερα στην ερευνητική επιτροπή για την έκρηξη στη ναυτική βάση "Ευάγγελος Φλωράκης" στο Μαρί, ανέφερε, ότι το Υπουργείο Άμυνας σε δύο επιστολές του για το θέμα των εμπορευματοκιβωτίων που είχαν αποθηκευθεί στη βάση, δεν εξέφραζε ιδιαίτερες ανησυχίες για την επικινδυνότητα του φορτίου. Πρόσθεσε δε, ότι η μόνη ανησυχία που διατυπωνόταν αφορούσε την παρατεταμένη παραμονή του φορτίου στον ήλιο.

Ο κ. Κυπριανού είπε, ότι μετά τη λήψη των δύο επιστολών, το Νοέμβριο και το Δεκέμβριο του 2010, είχε συγκαλέσει σύσκεψη, η οποία τελικά πραγματοποιήθηκε στις 7 Ιουλίου του 2011, τέσσερις ημέρες πριν από την έκρηξη στο Μαρί.

Είπε ότι στη σύσκεψη εισηγήθηκε τη χημική ανάλυση της πυρίτιδας, ενώ εκ μέρους των στρατιωτικών δεν έγινε οποιαδήποτε εισήγηση.

"Η εισήγηση έγινε αποδεκτή, αλλά η αποστολή δειγμάτων της πυρίτιδας ήταν θέμα του ΓΕΕΦ. Εάν λαμβάνονταν τα αναγκαία μέτρα από τους στρατιωτικούς, δεν θα σημειωνόταν η έκρηξη στο Μαρί", είπε ο κ. Κυπριανού.

Επίσης είπε, ότι δεν ενημέρωσε τον πρόεδρο Χριστόφια, διότι στη σύσκεψη παρίστατο ο διευθυντής του διπλωματικού του γραφείου, Λεωνίδας Παντελίδης.

Ο κ. Κυπριανού σημείωσε, ότι ο ίδιος ανέλαβε τις πολιτικές του ευθύνες για την τραγική εξέλιξη, αλλά παρατήρησε ότι η ασφαλής φύλαξη του φορτίου ήταν θέμα του Υπουργείου Άμυνας. Η κατάθεση του τέως Υπουργού θα συνεχιστεί μεθαύριο Πέμπτη.

Εξάλλου, νωρίτερα κατέθεσε ο αποπεμφθείς υπαρχηγός της Εθνικής Φρουράς, εν αποστρατεία αντιστράτηγος Σάββας Αργυρού, ο οποίος ανέφερε ότι ενημερώθηκε για την επικινδυνότητα του υλικού των εμπορευματοκιβωτίων από την έκθεση του συνταγματάρχη Γιώργου Γεωργιάδη, στις επτά Ιουλίου 2011, δηλαδή τέσσερις ημέρες πριν από τη φονική έκρηξη.

Ο τέως υπαρχηγός της Εθνικής Φρουράς αρνήθηκε ότι ο διοικητής Ναυτικού, Ανδρέας Ιωαννίδης, του υπέβαλε οποιαδήποτε αναφορά για την επικινδυνότητα και είπε ότι η επίσκεψη Ιωαννίδη στις 8 Ιουλίου στο ΓΕΕΦ είχε σχέση με μεταθέσεις αξιωματικών.

Ωστόσο, παραδέχθηκε, ότι στις 25 Μαϊου 2009, είχε υπογράψει επιστολή του τότε αρχηγού της Εθνικής Φρουράς, Πέτρου Τσαλικίδη προς το Υπουργείο Αμυνας στην οποία υπήρχε η προειδοποίηση για αυτοανάφλεξη και έκρηξη του υλικού, λόγω καιρικών συνθηκών.

Πρόσθεσε, ότι το θέμα δεν το χειριζόταν ο ίδιος, αλλά ο αρχηγός της Εθνικής Φρουράς και άλλοι σε υπουργικό επίπεδο και ότι ο ίδιος επέβλεπε απλώς την εκφόρτωση των εμπορευματοκιβωτίων στο χώρο του λιμανιού στην Ναυτική Βάση στις 13 Φεβρουαρίου του 2009.

Είπε επίσης ότι αργότερα είχε ενημερωθεί ότι μεταξύ 6 και 12 Μαρτίου το φορτίο είχε μετακινηθεί σε άλλο χώρο της Ναυτικής Βάσης και παρέμεινε εκεί μέχρι την έκρηξη στις 11 Ιουλίου.

Σε ερώτηση, γιατί δεν έκανε κάτι από τη στιγμή που γνώριζε την επικινδυνότητα, απάντησε ότι το φορτίο δεν ανήκε στην Εθνική Φρουρά, η οποία είχε μόνο την ευθύνη για τη φύλαξή του και ότι ο ίδιος δεν έχει γνώσεις για εκρηκτικά και πυρομαχικά.

Σε άλλη ερώτηση, γιατί την ημέρα της έκρηξης καθυστέρησε σχεδόν μια ώρα να μεταβεί στο ΓΕΕΦ, ενώ είχε ενημερωθεί ότι είχε ξεσπάσει πυρκαγιά στο σωρό των εμπορευματοκιβωτίων, ο κ. Αργυρού είπε ότι έπρεπε να μετακινηθούν τρία αυτοκίνητα στο γκαράζ του σπιτιού του.

Ο κ. Αργυρού έκανε χρήση του δικαιώματός του να μην απαντήσει σε δύο ερωτήσεις, γεγονός που προκάλεσε την έντονη αντίδραση των δικηγόρων των συγγενών των θυμάτων.

Στο μεταξύ, σε μια εξέλιξη που σχετίζεται με το ενδεχόμενο η έκθεση της ανακριτικής επιτροπής να μη δοθεί στη δημοσιότητα, ο Πρόεδρος του Δημοκρατικού Συναγερμού Νίκος Αναστασιάδης ανακοίνωσε την πρόθεσή του να καταθέσει πρόταση νόμου, με την οποία θα καθίσταται υποχρεωτική η δημοσιοποίηση των εκθέσεων ερευνητικών επιτροπών γενικά.

Ανακοινώνοντας σχετική απόφαση του Εκτελεστικού Γραφείου του ΔΗΣΥ ο Εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος Χάρης Γεωργιάδης επεσήμανε ότι με αυτόν τον τρόπο θα διασφαλίζεται η διαφάνεια.

Πρόσθεσε ότι η πρόταση νόμου θα αφαιρεί τη δυνατότητα από το Υπουργικό Συμβούλιο να αποφασίσει για τη δημοσιοποίηση ή μη της έκθεσης στην παρούσα ανάκριση, αφού ενδεχομένως αφαιρεθούν σημεία της που θα άπτονται θεμάτων ασφάλειας.

Ο κ. Γεωργιάδης ανέφερε επίσης ότι θα ζητηθεί από τη Βουλή η εξέταση της πρότασης νόμου με τη μορφή του κατεπείγοντος.