«Μόνο τα απολύτως απαραίτητα, και αυτά περιορισμένα, προσφέρει το κυπριακό κράτος στα θύματα βιασμού, αφού η περίθαλψή τους περιορίζεται στην επούλωση των σωματικών τους τραυμάτων και η αντιμετώπισή τους αφορά μόνο όσα μπορεί να επηρεάσουν τις ποινικές διαδικασίες, που ενδεχομένως να ακολουθήσουν ενός βιασμού». Σε μία πολύ λεπτομερή έκθεσή της και καταγράφοντας τις περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης δύο γυναικών, η Επίτροπος Διοικήσεως Ελίζα Σαββίδου, κάνει λόγο για ανεπάρκεια των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών και για αδυναμία τους να καλύψουν όλες τις ανάγκες των θυμάτων βιασμού.

Στην έκθεση, σύμφωνα με την εφημερίδα «Φιλελεύθερος», η Επίτροπος κρίνει «επιβεβλημένη την επίδειξη της μέγιστης δυνατής προσοχής, τόσο στην αντιμετώπιση του εγκλήματος του βιασμού, όσο και στην παροχή ιατρικής αρωγής στο θύμα του βιασμού» και υπογραμμίζει ότι «όταν μιλάμε για αρωγή των θυμάτων βιασμού, δεν μπορούμε παρά να εννοούμε μία συντονισμένη διεπιστημονική προσπάθεια για παροχή πολυεπίπεδης και πολυδιάστατης στήριξης και φροντίδας η οποία θα καλύπτει τις συνέπειες, που έχουν εκδηλωθεί, ή αναμένονται, ή είναι ενδεχόμενες στη σωματική και ψυχολογική υγεία του προσώπου, καθώς και στην κοινωνική του λειτουργία».

Η προσπάθεια αυτή -εξηγεί- «θα πρέπει να ξεκινά από τον εντοπισμό του θύματος, να καλύπτει την παροχή ιατρικών υπηρεσιών που θα συμπεριλαμβάνουν, όχι μόνο τη θεραπεία των τραυμάτων, αλλά και ζητήματα ή ενδεχόμενους κινδύνους που σχετίζονται με τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία, καθώς και την προσφορά ψυχολογικής και κοινωνικής στήριξης, ή συμβουλευτικής και να επεκτείνονται σε παρακολούθηση της κατάστασης του προσώπου, ώστε να διασφαλίζεται η συνέχιση της στήριξης ή περαιτέρω παρεμβάσεις, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο».

Όπως διαπίστωσε η κ. Σαββίδου κατά τη διερεύνηση των δύο υποθέσεων, που τέθηκαν ενώπιόν της «στην Κύπρο, τίποτα δεν ισχύει. Τα θύματα δεν καταλήγουν πάντα στα κρατικά νοσηλευτήρια, αλλά και όταν αυτό συμβαίνει, προτεραιότητα δίνεται στην καταγραφή των τραυμάτων τους για σκοπούς ποινικών διαδικασιών και στην παροχή των πρώτων βοηθειών για επούλωσή τους, χωρίς να λαμβάνεται μέριμνα για την αντιμετώπιση κινδύνων που αφορούν πιθανή εγκυμοσύνη ή επιμόλυνση με νοσήματα σεξουαλικά μεταδιδόμενα, χωρίς να γίνεται καμία παραπομπή για ψυχολογική παρέμβαση, χωρίς να επιδιώκεται η εμπλοκή κοινωνικών λειτουργών για κάλυψη πιθανόν αναγκών του θύματος και χωρίς να υπάρχει καμία συνέχεια στην παρακολούθησή τους».

Επίσης, «δεν φαίνεται να υπάρχουν οποιεσδήποτε κατευθυντήριες γραμμές ή ειδική εκπαίδευση των μελών του προσωπικού για πιο ευαίσθητο χειρισμό των θυμάτων βιασμού λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την κατάσταση ψυχολογικής έντασης και συναισθηματικής αποδιοργάνωσης, που βιώνει το θύμα». «Αυτό -καταλήγει η επίτροπος Διοικήσεως- «έχει ως αποτέλεσμα, το θύμα βιασμού, παρά τη δυσχερή θέση στην οποία βρίσκεται, να καλείται να συγκροτήσει τον εαυτό του μετά από μία ιδιαίτερα τραυματική εμπειρία και να αντεπεξέλθει μόνο του, πρακτικά, οικονομικά και συναισθηματικά, ώστε να επιτύχει αυτό που ο κρατικός μηχανισμός απέτυχε: να προστατευθεί, ελαχιστοποιώντας ή απαμβλύνοντας τις δυσμενείς συνέπειες του βιασμού του και αποτρέποντας την περαιτέρω θυματοποίησή του».

Μετά την παρέμβαση της Επιτρόπου Διοικήσεως, και αφού οι δύο περιπτώσεις έγιναν γνωστές στο υπουργείο Υγείας, ο γενικός διευθυντής, όπως αναφέρεται στη σχετική έκθεση, «έδωσε οδηγίες προς τον διευθυντή Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας, όπως σε συνεργασία με τον διευθυντή Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, προχωρήσουν άμεσα στην ετοιμασία πρωτοκόλλου για την αντιμετώπιση των θυμάτων βιασμού».

Αυτό, όμως, όπως επισημαίνει η Επίτροπος, δεν επαρκεί. «Αντίθετα, θεωρώ πως απαιτείται η λήψη συγκεκριμένων μέτρων, στα πρότυπα κυρίως των σχετικών κατευθυντήριων γραμμών του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, που θα ρυθμίζουν ειδικά τόσο τον τρόπο ιατρικής μεταχείρισης των θυμάτων βιασμού και την εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας, όσο και τη συνεργασία των ιατρικών υπηρεσιών με τις άλλες υπηρεσίες που εμπλέκονται στο θέμα όπως οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και η Αστυνομία και τον μεταξύ τους συντονισμό, με στόχο την παροχή ολοκληρωμένης και περιεκτικής υποστηρικτικής φροντίδας προς τα θύματα», επισημαίνει η κ. Σαββίδου και καταλήγει:

«Είναι η εισήγηση στην οποία προβαίνω προς τον Γενικό Διευθυντή, αναμένοντας ειδικότερα ότι θα προχωρήσει στη σύσταση ομάδας, αποτελούμενης από εκπροσώπους όλων των συναρμόδιων υπηρεσιών, η οποία εντός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος θα προχωρήσει στην υλοποίηση των στόχων».