Η οικονομική κρίση και η έκρηξη της ανεργίας αποτελούν τη σύγχρονη «κινητήριο δύναμη» για τα κόμματα που εκπροσωπούν τον χώρο της Άκρας Δεξιάς στην Ευρώπη, με τον «στόχο» των μεταναστών να έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα. Η κρίση χρέους στη ζώνη του ευρώ και τα μέτρα λιτότητας που έχει επιφέρει, έχει προκαλέσει τη στροφή μεγάλης μερίδας πολιτών προς τον ευρωσκεπτικισμό, στην αντίθεση προς τις επιταγές της παγκοσμιοποίησης και εν τέλει προς το κοινό νόμισμα και την κοινή διακυβέρνηση.

Είναι ενδεικτικό το παράδειγμα του «Εθνικού Συνόρου» (National Front), του κόμματος της Άκρας Δεξιάς στη Γαλλία, του οποίου ηγείται η Μαρίν Λε Πεν, κόρη του Ζαν-Μαρί Λε Πεν. Ο πατέρας της είχε ξεπεράσει τον σοσιαλιστή Λιονέλ Ζοσπέν το 2002, χάνοντας από τον Ζακ Σιράκ στις προεδρικές εκλογές και τώρα η Μαρίν Λε Πεν απειλεί τον Νικολά Σαρκοζί, αφού είναι τρίτη στις δημοσκοπήσεις και μιντιακά πολύ πιο «σεβαστή»  από τον πατέρα της. Ενώ ο Ζαν-Μαρί Λε Πεν είχε ως πολιτικό του «πολιορκητικό κριό» την αντίθεση προς τους μετανάστες, η σύγχρονη στρατηγική του κόμματος έχει στοχεύσει στην παγκόσμια κι ευρωπαϊκή οικονομία και αντιτίθεται σε όλες τις ιδέες που οδήγησαν την ανάπτυξη στην Ευρώπη τις τελευταίες δύο δεκαετίες: Παγκοσμιοποίηση, ελεύθερο εμπόριο, κυριαρχία των υπηρεσιών.

Παράλληλα, υπόσχεται να βγάλει τη Γαλλία από την ευρωζώνη, να κλείσει τα σύνορα στα φθηνά κινέζικα προϊόντα και να προωθήσει τη γαλλική βιομηχανία. Οι εργατικές τάξεις είναι οι πιο θετικές στο ενδεχόμενο επιστροφής στο φράγκο, ενώ παρόμοια εικόνα επικρατεί σε Γερμανία και Ολλανδία, με τα εθνικοσοσιαλιστικά κόμματα να επενδύουν πολιτικά στην τάση αυτή.

Εξίσου χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι «Αληθινοί Φινλανδοί» στη σκανδιναβική χώρα, με την απήχηση που είχε η ευρωσκεπτικιστική προπαγάνδα του κόμματος, στις πρόσφατες εκλογές να «πονοκεφαλιαζει» την Ε.Ε. Η εκτόξευση της δύναμης των λαϊκιστών «Αληθινών Φινλανδών» υποδεικνύει τη διογκούμενη αντίθεση του εκλογικού σώματος στις αποφάσεις της Ε.Ε., να ξεπληρώσει το δημόσιο χρέος μερικών αδύναμων οικονομιών της ευρωζώνης, όπως της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας.

Η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι μεγάλες οικονομικές κρίσεις ευνοούν την άνοδο των κομμάτων της άκρας Δεξιάς, της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας. Αυτό έχει εξήγηση, αφού απευθύνονται στις εργατικές τάξεις, τονώνοντας το εθνικό αίσθημα σε χαλεπούς καιρούς και προωθώντας την εικόνα της εναλλακτικής λύσης, σε αντίθεση με τους κυβερνώντες των πιο μετριοπαθών θέσεων, που κατηγορούνται προκάλεσαν τις συνθήκες κρίσης.

Το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα του Αδόλφου Χίτλερ δεν θα κατελάμβανε την εξουσία, αν δεν έπληττε και την Γερμανία η διεθνής οικονομική κρίση, που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ το 1929 και έπληξε ολόκληρη την Ευρώπη. Στα τέλη της δεκαετίας του '20 ο πληθωρισμός στην Γερμανία είχε φτάσει σε τρομακτικά ύψη, όπως και η ανεργία.

Εκτός Ευρώπης, το Κίνημα του Τσαγιού (Tea Party) αποτελεί τρανό παράδειγμα -αν και δεν αποτελεί κόμμα αλλά κίνημα που «αγκαλιάστηκε» από τους Ρεπουμπλικάνους- καταγγελίας των οικονομικών πολιτικών της κυβέρνησης, με επίκληση στο πατριωτικό-θρησκευτικό συναίσθημα, χρησιμοποιώντας λαϊκίστικες τεχνικές.

Εν μέσω της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους και της θλιβερής πραγματικότητας των περικοπών, όπως και της διατήρησης του κινδύνου αναζωπύρωσης μιας παγκόσμιας κρίσης που θα επεκταθεί ως τις ΗΠΑ, από τη στιγμή που υπάρχει αδυναμία, αδράνεια ή και ασυνεννοησία στα αριστερά κόμματα, τα κόμματα της Άκρας Δεξιάς βρίσκουν πρόσφορο έδαφος να πραγματοποιήσουν την άνοδό τους, παρά το γεγονός ότι η αρχική τους προτεραιότητα, η «αντιμετώπιση» των μεταναστών έχει περιέλθει σε δεύτερη μοίρα.


Βαγγέλης Βιτζηλαίος


(Με πληροφορίες από Reuters)