Από την Τυνησία και την Αίγυπτο, μέχρι την Υεμένη και τη Λιβύη, η «Αραβική Άνοιξη» ήταν ένα βήμα προς τα μπροστά για τους λαούς αυτών των κρατών. Οι διαδηλωτές διεκδίκησαν τον εκδημοκρατισμό των χωρών τους, καλύτερες συνθήκες διαβίωσης αλλά και πάταξη της διαφθοράς και της κρατικής αυθαιρεσίας. Παράλληλα, σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, οι οποίες μετατράπηκαν σε «εργαλείο» για οργάνωση των κινητοποιήσεων.

Όλα ξεκίνησαν στην Τυνησία… Ήταν τέλη του 2010, και συγκεκριμένα 18 Δεκεμβρίου, όταν ένας πλανόδιος πωλητής φρούτων και λαχανικών, ο Μοχάμεντ Μπουαζίζι αυτοπυρπολήθηκε, διαμαρτυρόμενος για διαμαρτυρόμενος για την κατάσχεση των προϊόντων του από την αστυνομία επειδή δεν είχε άδεια. Για την ιστορία ο Μπουαζίζι ήταν πτυχιούχος πανεπιστημίου, ο οποίος δεν έβρισκε δουλειά.

 

Ο Μπουαζίζι εξέπνευσε στις 4 Ιανουαρίου του 2011, ωστόσο η μνήμη του έμεινε ζωντανή και ενέπνευσε τους πολίτες της Τυνησίας να ξεσηκωθούν. Η φτώχεια , η ανεργία, οι υψηλές τιμές των τροφίμων αλλά και η κρατική διαφθορά ήταν οι αιτίες για μαζικές διαδηλώσεις, αρχικά στην πόλη Σιντί Μπουζίντ και αργότερα σε όλη την επικράτεια στης Τυνησίας.

 

Οι δυνάμεις ασφαλείας με εντολή του προέδρου Μπεν Άλι, αμέσως προσπάθησαν να καταστείλουν τις διαδηλώσεις που ξέσπασαν, και σύμφωνα με ανακοίνωση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ αναφέρθηκε ότι 219 άτομα σκοτώθηκαν και 510 τραυματίστηκαν κατά τη διάρκεια των ταραχών.

 

Τελικά, στις 14 Ιανουαρίου 2011, ο πρόεδρος της χώρας Μπεν Αλί εγκατέλειψε την Τυνησία και κατέφυγε στη Σαουδική Αραβία. Την εξουσία ανέλαβε ο μέχρι τότε πρωθυπουργός Μοχάμεντ Γκανουσί.

 

Η πλατεία Ταχρίρ πήρε τη σκυτάλη


Μετά την Τυνησία ήταν η σειρά των Αιγυπτίων να ξεσηκωθούν… Οι Τυνήσιοι έδειξαν το…δρόμο και από τις 25 Ιανουαρίου ως και τις 11 Φεβρουαρίου του 2011 σε πολλές πόλεις της χώρας πραγματοποιήθηκαν μεγάλες διαδηλώσεις με κύριο αίτημα την παραίτηση του προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ , την άρση της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, την καλυτέρευση των συνθηκών διαβίωσης, την πάταξη της διαφθοράς, αλλά και κατά της αστυνομικής βίας.

 

Το κέντρο των διαδηλώσεων έγινε η πλατεία Ταχρίρ του Καΐρου, και όσο πέρναγαν οι ημέρες, οι διαδηλώσεις γινόταν όλο και πιο μαζικές.

 

Αποτέλεσμα αυτού, ήταν η διαταγή του Μουμπάρακ να βγει ο στρατός στους δρόμους, αλλά και η διαταγή απαγόρευσης της κυκλοφορίας, μέτρα το οποία όπως φάνηκε δεν είχαν αποτέλεσμα, αφού οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν, παρά την βία του καθεστώτος. Συγκεκριμένα, πάνω από 846 άνθρωποι έχασαν τις ζωές κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων.

 

Σιγά – σιγά, η κατάσταση περνούσε στα χέρια των διαδηλωτών… Ο πρόεδρος Μουμπάρακ την 1η Φεβρουαρίου 2011 ο ανακοίνωσε ότι δεν θα έθετε ξανά υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές.

 

Οι διαδηλωτές ωστόσο δεν πείστηκαν από την πρότασή του και συνέχισαν μέχρις ότου ο Μουμπάρακ να αποχωρήσει από την εξουσία.

 

Και το αίτημα των Αιγυπτίων έγινε πραγματικότητα στις 11 Φεβρουαρίου, όταν ο Χόσνι Μουμπάρακ παραιτήθηκε και την εξουσία ανέλαβε το Ανώτατο Συμβούλιο των Ενόπλων Δυνάμεων.

 

Μεγαλειώδεις διαδηλώσεις στην Υεμένη


Αλλά και στην Υεμένη ξέσπασαν και βρίσκονται σε εξέλιξη από το Φεβρουάριο αντίστοιχες διαδηλώσεις. Οι πολίτες της χώρας ξεσηκώθηκαν κατά του προέδρου Αλ Σάλεχ, και ζητούσαν τόσο την αποχώρησή του από τον προεδρικό θώκο όσο και τον εκδημοκρατισμό της χώρας.

 

Η καταστολή των διαδηλώσεων υπήρξε μεγάλη και σε αυτή τη χώρα. Ο Αλ Σάλεχ με τη δύναμη των όπλων προσπάθησε να καταπνίξει το κίνημα αλλαγής, και επιστράτευσε μέχρι και όλμους, αλλά και ελεύθερους σκοπευτές κατά των διαδηλωτών.

 

Χαρακτηριστικές είναι και η εκτιμήσεις της κυβερνητικής πλευράς, οι οποίες κάνουν λόγο για τουλάχιστον 1480 νεκρούς από την αρχή των ταραχών.

 

Μάλιστα, στις αρχές Ιουνίου, πραγματοποιήθηκε δολοφονική επίθεση κατά του Αλ Σάλεχ, με αποτέλεσμα να υποστεί εγκαύματα και να βρεθεί στη Σαουδική Αραβία για θεραπεία τριών μηνών, και ύστερα να γυρίσει πίσω στη χώρα του.

 

Με την είδηση της επιστροφής, οι διαδηλωτές βγήκαν ξανά στους δρόμου ζητώντας για ακόμη μια φορά την αποχώρηση του Αλί Αμπντάλα Σάλεχ.

 

Η καταστολή στη Λιβύη έφερε τον εμφύλιο


Αντίθετα, με την Υεμένη, στη Λιβύη, οι διαδηλώσεις, αλλά και ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε οδήγησαν στην πτώση του δικτάτορα Καντάφι. Οι διαδηλώσεις άρχισαν να μαζικοποιούνται μετά την σύλληψη του συγγραφέα Τζαμάλ αλ – Χατζί, ο οποίος προέτρεψε τους Λίβυους πολίτες μέσω του διαδικτύου, να διαδηλώσουν για μεγαλύτερες πολιτικές ελευθερίες.

 

Έτσι, σε πολλές πόλεις της χώρας οι διαδηλώσεις έγιναν δυναμικές και το επίκεντρο ήταν η Βεγγάζη. Σε μια προσπάθεια να ελεγχθούν οι πολίτες που οργάνωναν τις κινητοποιήσει τους μέσω του διαδικτύου, το καθεστώς Καντάφι διέκοψε την πρόσβαση στο ίντερνετ, ενώ η κρατική τηλεόραση δεν έκανε καμιά αναφορά στις διαδηλώσεις.

 

Οι κινητοποιήσεις αντιμετωπίστηκαν από τις αρχές της Λιβύης με πρωτοφανή βία. Μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν μέχρι και ελικόπτερα αλλά και αεροπλάνα.

 

Οι πρεσβευτές της Λιβύης στην Ινδονησία, το Μπαγκλαντές, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ινδία παραιτήθηκαν διαμαρτυρόμενοι για τη βία με την οποία το καθεστώς αντιμετωπίζει τους διαδηλωτές.

 

Όσο πέρναγε ο καιρός, η διεθνής κοινότητα απομόνωνε το καθεστώς Καντάφι και ο ΟΗΕ υιοθέτησε με ψήφισμα του επιβολή κυρώσεων.

Το επαναστατικό συμβούλιο αναγνωρίστηκε ως νόμιμος εκπρόσωπους του λαού και όρισε ως πρωτεύουσα του την Βεγγάζη. Οι εξεγερμένοι πήραν τα όπλα, και στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε οι απώλειες και τω δύο πλευρών άγγιξαν τις 10.000.

 

Μάλιστα στη σύρραξη επενέβη και το ΝΑΤΟ με ναυτικό αποκλεισμό αλλά και επιθέσεις από αέρος. Στις 23 Αυγούστου, οι αντικαθεστωτικοί κατέλαβαν την Τρίπολη, αλλά ο Καντάφι διέφυγε και παραμένει κρυμμένος.

 

Το κύμα των διαδηλώσεων συμπαρασύρει τη Συρία


Το πρωτοφανές στα παγκόσμια χρονικά κύμα διαδηλώσεων σε πολλές αραβικές χώρες, συμπαρέσυρε και τη Συρία, η οποία εδώ και 40 χρόνια τελεί σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.

 

Παράλληλα, τις τύχες της χώρας κρατούσαν για όλο αυτό το διάστημα πατέρας και γιος Ασάντ. Συγκεκριμένα , ο Χαφέζ αλ Ασάντ και ο Μπασρ αλ Ασάντ κυβερνούν από το 1962 τη Συρία.

 

Η αρχή των διαδηλώσεων έγινε στις 26 Ιανουαρίου, όταν ο Χασάν Αλί Ακλέχ από το Αλ-Χασακάχ περιχύθηκε με βενζίνη και αυτοπυρπολήθηκε με τον ίδιο τρόπο όπως και ο Μοχάμεντ Μπουαζίζι από την Τύνιδα.

 

Τις επόμενες ημέρες άρχισαν δειλά –δειλά οι πρώτες διαδηλώσεις οι οποίες κλιμακώθηκαν από τις 15 Μαρτίου και για ακόμη μια φορά οι ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης ήταν το εργαλίο για να οργανωθούν οι διαδηλώσεις.

 

Σε όλο και περισσότερες πόλεις οργανωνόταν διαμαρτυρίες, με τον πρόεδρο Ασάντ να καταφεύγει στη βία για να τις περιορίσει. Ο στρατός στάλθηκε για να καταστείλει την οργή των πολιτών, ενώ ο αλ Ασάντ προχώρησε σε ανασχηματισμό της κυβέρνησης σε μια προσπάθεια να ηρεμήσει τα πνεύματα, δίχως ωστόσο να καταφέρει πολλά πράγματα . Σύμφωνα με τον ΟΗΕ 2900 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί μέχρι στιγμής στις συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας και διαδηλωτών.

 

Από την άλλη, η διεθνής κοινότητα άσκησε αφόρητες πιέσεις προς το καθεστώς, με τον πρόεδρο της Συρίας να παραμένει ανένδοτος.

 

 

Παναγιώτης Βελισσάρης