Ο Οργανισμός Γεωργίας και Τροφίμων (FAO) του ΟΗΕ προειδοποίησε σήμερα για τις υψηλές και ασταθείς τιμές στα τρόφιμα που καθιστούν ακόμη πιο ευάλωτες τις φτωχές οικογένειες και τους μικρούς αγρότες. Οι δείκτες τιμών τροφίμων παγκοσμίως έφθασαν σε ύψη ρεκόρ το Φεβρουάριο και αποτέλεσαν έναν παράγοντα στις εξεγέρσεις της αραβικής άνοιξης στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή.

"Η ρευστότητα στις τιμές καθιστά επίσης τους μικρούς αγρότες και τους φτωχούς καταναλωτές ακόμη πιο ευάλωτους στη φτώχεια. Καθώς η τροφή αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό μέρος του εισοδήματος του μικρού αγρότη ή του προϋπολογισμού του φτωχού καταναλωτή, σημαντικές αλλαγές στις τιμές είχαν σημαντικές συνέπειες", αποκαλύπτει η υπηρεσία του ΟΗΕ στην ετήσια έκθεσή της για την επισιτιστική ανασφάλεια.

Σε αυτό το πλαίσιο "ακόμη και σύντομες περίοδοι υψηλών τιμών για τους καταναλωτές ή χαμηλές τιμές για τους αγρότες" μπορούν να οδηγήσουν στη φτώχεια τις κατηγορίες αυτές. Επίσης οι καλλιεργητές δεν έχουν κίνητρα για να επενδύσουν όταν οι τιμές είναι απρόβλεπτες.

Σύμφωνα με τον FAO, που συνέταξε την έκθεση μαζί με δύο άλλες υπηρεσίες του ΟΗΕ, που ειδικεύονται στην καταπολέμηση της πείνας και στην αγροτική ανάπτυξη, το Διεθνές Ταμείο για την Αγροτική Ανάπτυξη (FIDA) και το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα (ΡΑΜ), "οι υψηλές και ασταθείς τιμές θα διατηρηθούν" κατά τα φαινόμενα μελλοντικά.

ζήτηση των καταναλωτών από χώρες των οποίων οι οικονομίες γνωρίζουν ανάπτυξη θα αυξηθεί, ο (παγκόσμιος) πληθυσμός συνεχίζει να αυξάνεται και κάθε νέα ζήτηση βιοκαυσίμων θα υποβάλει σε μεγαλύτερη πίεση το επισιτιστικό σύστημα", διευκρινίζει η υπηρεσία.

Σύμφωνα με τον FAO, "σημαντικές αλλαγές στις τιμές βραχυπρόθεσμα μπορεί να έχουν συνέπειες μακροπρόθεσμα στην ανάπτυξη", όπως για παράδειγμα μια κακή διατροφή των παιδιών που μπορεί να μειώσει τις μαθησιακές τους ικανότητες και να επιβραδύνει τη μελλοντική οικονομική ανάπτυξη στην εν λόγω χώρα.

Ακόμη κι αν "οι υψηλές τιμές των τροφίμων επιδεινώνουν την επισιτιστική ανασφάλεια βραχυπρόθεσμα" μπορεί να αποτελούν μια "ενθάρρυνση για αύξηση των επενδύσεων μακροπρόθεσμα στον αγροτικό τομέα, γεγονός που μπορεί να συντείνει στη βελτίωση της επισιτιστικής ασφάλειας μακροπρόθεσμα".

Έτσι η επισιτιστική κρίση το 2006-2008 "είχε ως αποτέλεσμα μια ισχυρή απάντηση σε όρους (αγροτικής) προσφοράς" σε πολλές χώρες ακόμη κι αν "οι μικρές χώρες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές, κυρίως στην Αφρική, επλήγησαν έντονα από την οικονομική και την επισιτιστική κρίση", υπενθυμίζει ο FAO.

Ωστόσο, κρίσεις όπως η σημερινή πείνα στο Κέρας της Αφρικής καθιστούν δυσκολότερο το στόχο του ΟΗΕ για μείωση του αριθμού των ανθρώπων που λιμοκτονούν σε 600 εκατομμύρια μέχρι το 2015, συγκριτικά με 1,02 δισεκατομμύριο το 2009.

Το 2010, Ο ΟΗΕ ανακοίνωσε ότι ο αριθμός μειώθηκε για πρώτη φορά σε 15 χρόνια, στα 925 εκατομμύρια.

Ορισμένες χώρες κατάφεραν να αποφύγουν την επισιτιστική κρίση λαμβάνοντας μέτρα απομόνωσης, όπως την απαγόρευση εξαγωγής δημητριακών, αλλά αυτό το είδος της απόφασης οδηγεί αναπόφευκτα σε "μια αύξηση των τιμών και στην αστάθεια των τιμών στις διεθνείς αγορές".

Απέναντι σε αυτού του είδους την κατάσταση, ο FAO προτείνει "μια στρατηγική επισιτιστικής ασφάλειας που θα βασίζεται στο συνδυασμό της αυξημένης παραγωγικότητας στη γεωργία και σ' ένα μεγαλύτερο άνοιγμα στις εμπορικές ανταλλαγές".

Οι επενδύσεις στη γεωργία παραμένουν βασικής σημασίας "για μια διαρκή επισιτιστική ασφάλεια μακροπρόθεσμα", προσθέτει ο FAO.

"Ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της τοπικής παραγωγής, αυξάνουν τα κέρδη των αγροτών και καθιστούν την τροφή πιο προσβάσιμη για τους φτωχούς", σύμφωνα με τον FAO. Για τον διεθνή οργανισμό, στις επενδύσεις πρέπει "να λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα των χρηστών της γης και των φυσικών πόρων της, να ωφελούνται οι τοπικές κοινότητες, να προωθείται η επισιτιστική ασφάλεια και να γίνεται σεβαστό το περιβάλλον".