Η πλημμύρα και οι υψηλές παλίρροιες εξακολουθούν να δοκιμάζουν την αντοχή των φραγμάτων στην Ταϊλάνδη γύρω από την πρωτεύουσα Μπανγκόκ. Ενώ όμως το κέντρο της πόλης φαίνεται να γλιτώνει από μία μεγαλύτερη καταστροφή, πολλά προάστια εξακολουθούν να έχουν πολύ σοβαρά προβλήματα. Οι παλίρροιες έφεραν περισσότερο νερό στην ήδη πλημμυρισμένη λεκάνη του ποταμού Τσάο Φράγια που κυλά μέσα από την πρώτευσα ανεβάζοντας κατά πολύ την στάθμη των νερών. Ωστόσο για την ώρα τα περισσότερα φράγματα, μόνιμα και προσωρινά, έχουν αντέξει.


Όπως είπε η πρωθυπουργός Γινγκλούκ Σιναουάρτα, η τύχη της πόλης εναπόκειται σε αυτά τα φράγματα λέγοντας όμως ότι, αν δεν υποχωρήσουν τα σακιά με την άμμο, «όλα θα πάνε καλά». «Σύντομα θα ανακάμψουμε» πρόσθεσε.
Οι Αρχές εξακολουθούν να είναι σε ετοιμότητα και καλούν τους κατοίκους που ζουν κοντά στο ποτάμι να είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τις εστίες τους αν παραστεί ανάγκη.  


Σε αρκετές συνοικίες της πόλης η κατάσταση παραμένει δύσκολη με τα εκεί φράγματα να είναι έτοιμα να καταρρεύσουν.  
Πέρα από τις καταστροφές υπάρχει αυξημένος ο κίνδυνος για την εμφάνιση μολυσματικών ασθενειών όπως ελονοσία ενώ πολλοί από τους πληγέντες δεν έχουν πόσιμο νερό και τρόφιμα. Σε άλλες περιοχές, έχουν αποδράσει φίδια και κροκόδειλοι από φάρμες εκτροφής αυξάνοντας τους κινδύνους για το πληθυσμό.  


Τα προβλήματα στη χώρα –τα χειρότερα των τελευταίων δεκαετιών– οφείλονται στην ασυνήθιστα έντονη περίοδο των μουσώνων χωρίς να λείπουν οι καταγγελίες ότι η κυβέρνηση καθυστέρησε να ανοίξει κάποια φράγματα για να απελευθερώσει κάπως τον όγκο των νερών.  


Από τον Ιούλιο οι πλημμύρες στη χώρα έχουν προκαλέσει το θάνατο τουλάχιστον 381 ανθρώπων ενώ σε δύο εκατομμύρια υπολογίζονται οι πληγέντες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.