Οι «μεικτές» τάξεις κάνουν καλύτερους μαθητές είναι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν ιταλοί ερευνητές μελετώντας τη σύνθεση των σχολείων σε συνδυασμό με τις μαθητικές επιδόσεις στις εξετάσεις. Η μελέτη αυτή ανατρέπει την κοινή πεποίθηση ότι οι «σπασίκλες» επηρεάζονται αρνητικά από τους «κουμπούρες». Αντιθέτως, η συνύπαρξη στο ίδιο περιβάλλον δεν βοηθά μόνο τους δεύτερους να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους, όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, αλλά και τους πρώτους να βελτιώσουν το δικό τους επίπεδο.

Ευεργετική για τους μαθητές είναι και η συνύπαρξη στην ίδια τάξη παιδιών των λεγόμενων «καλών οικογενειών», με παιδιά που προέρχονται από χαμηλότερα οικονομικά και κοινωνικά στρώματα, επισημαίνεται στην ιταλική μελέτη. Εξίσου θετική, κρίνεται η συνύπαρξη ημεδαπών και αλλοδαπών.

Οι ιταλοί ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμά τους, βάσει ενός δείκτη που μετρά τον βαθμό ετερογένειας στο εσωτερικό μιας τάξης σε συνδυασμό με τις επιδόσεις που πέτυχαν οι ιταλοί μαθητές σε εξετάσεις με κοινά θέματα από τις οποίες καθορίζεται το επίπεδό τους.

Από αυτόν τον δείκτη προέκυψε ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα: όσο πιο ετερογενής είναι μια τάξη τόσο καλύτερες είναι οι γενικές τις επιδόσεις.

«Ορισμένοι πιστεύουν ότι στο σχολείο μαθαίνει κανείς μόνο από τους καθηγητές και τα βιβλία. Η αλήθεια είναι ότι μαθαίνει και από τους συμμαθητές του», επισημαίνεται στη σχετική έκθεση που συνοδεύει τη μελέτη. Επομένως, μια τάξη που θα αποτελείτο μόνο από «κουμπούρες», οι πιθανότητες βελτίωσης θα ήταν πολύ περιορισμένες αφού θα έλειπαν οι άριστοι μαθητές που θα μπορούσαν να «τραβήξουν» προς τα πάνω τους μέτριους και τους κακούς.

Αλλά και σε μια τάξη που φοιτούν μόνο «σπασίκλες», η κάμψη θα ήταν αναπόφευκτη. Μια αιτία βρίσκεται στο φαινόμενο «οροφή», επισημαίνουν οι ιταλοί ερευνητές: όταν όλοι οι μαθητές έχουν ένα επίπεδο είναι δύσκολο να υπάρξει πρόοδος. Υπάρχει, όμως, και μια άλλη αιτία πιο σημαντική: «Ο ανταγωνισμός μπορεί να υπερισχύσει της συνεργασίας και η αντιπαλότητα της ομαδικής εργασίας με αρνητικές συνέπειες στο τελικό αποτέλεσμα», όπως αναφέρεται.

«Μιλάμε για παιδιά 12 ετών», σημειώνει στην εφημερίδα Κοριέρε ντελα Σέρα ο Αντρέα Γκαβόστο, επικεφαλής της ομάδας του ιδρύματος Τζάνι Ανιέλι που πραγματοποίησε τη μελέτη. «Σε αυτήν την ηλικία είναι μάλλον πιο σημαντικό να μαθαίνεις να συνυπάρχεις παρά να παίρνεις καλούς βαθμούς», προσθέτει.

Πηγή: Tovima.gr