Για τα παθήματα των Ισπανών Σοσιαλιστών που πρέπει να γίνουν... μαθήματα στην Ευρωπαική Αριστερά κάνει λόγο ο δημοσιογράφος της «Liberation», Μπερνάρ Γκετά, στο σημερινό του άρθρο. «Πρόκειται για ένα διπλό παράδοξο, που πρέπει να μελετηθεί επειγόντως. Από τη μια πλευρά, η ήττα που υπέστησαν την περασμένη Κυριακή οι Σοσιαλιστές στην Ισπανία επιτρέπει στα αριστερά κόμματα της Ευρώπης να ελπίζουν ότι θα αναλάβουν και πάλι μια μέρα την εξουσία με το σύνθημα «Να φύγουν!» - το ίδιο σύνθημα που αξιοποίησαν οι ισπανοί συντηρητικοί» γράφει. Καθώς στις 24 από τις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης κυβερνά σήμερα η κεντροδεξιά, η Αριστερά θα μπορούσε να γίνει και πάλι σε μερικά χρόνια η πρώτη πολιτική δύναμη της Ένωσης, όπως συνέβη στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Από την άλλη πλευρά, αν δεν αφυπνιστεί γρήγορα, μπορεί να γνωρίσει την τύχη των ισπανών Σοσιαλιστών.

Στην Ισπανία, συνεχίζει ο Μπερνάρ Γκετά, η Αριστερά δεν έχασε μόνο μια εκλογική αναμέτρηση. Γνώρισε τη συντριβή, καθώς δεν έβρισκε πια τίποτα να πει, να κάνει ή να προτείνει. Το ότι σημείωσε την Κυριακή ποσοστό κατά 16 μονάδες μικρότερο εκείνου της Δεξιάς δεν οφείλεται μόνο στο ότι δεν είδε εγκαίρως τη φούσκα των ακινήτων να μεγαλώνει - μια φούσκα, που όταν έσκασε έστειλε στην ανεργία έναν στους πέντε Ισπανούς.

Η συντριβή της οφείλεται κυρίως στο ότι η ξαφνική οικονομική κρίση που έπληξε την Ισπανία αιφνιδίασε πλήρως τους Σοσιαλιστές, οι οποίοι φάνηκαν ανίκανοι να κάνουν ο,τιδήποτε άλλο από το να μειώσουν τις συντάξεις, τους μισθούς και τις δαπάνες, προτού αναγγείλουν πρόωρες εκλογές και παραδώσουν την εξουσία στους αντιπάλους τους.

Στην Ισπανία, συνεχίζει ο γάλλος αρθρογράφος, η Αριστερά έδειξε ότι δεν ξέρει να κάνει τίποτα άλλο από το να στηρίζεται στις αγορές. Ξέχασε ότι ο ρόλος της είναι να υπερασπίζεται τους πιο φτωχούς. Πίστεψε ότι προοδευτικό είναι μόνο να νομιμοποιείς τις αμβλώσεις και τους γάμους των ομοφυλοφίλων. Αντί να επιτεθεί στη νέα κοινωνικοοικονομική συναίνεση, παρέδωσε τα όπλα. Την ίδια τύχη κινδυνεύουν να γνωρίσουν και τα άλλα κόμματα της ευρωπαϊκής Αριστεράς, καθώς αδυνατούν να επεξεργαστούν ιδέες για την οικοδόμηση της αυριανής Ευρώπης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση φλέγεται. Οι κυβερνήσεις έχουν αποδυναμωθεί τόσο πολύ από τη μείωση των φόρων και τη διεθνοποίηση των αγορών, ώστε το ένα κράτος μετά το άλλο γονατίζει μπροστά στις επιταγές του κεφαλαίου. Τα δεξιά κόμματα που κυβερνούν οδηγούν την Ένωση στην ύφεση, ξεχνώντας ότι με το να μειώνουν τις δαπάνες χωρίς να επενδύουν στο μέλλον πλήττουν απλώς την ανάπτυξη, μειώνουν τα έσοδα από τη φορολογία και αυξάνουν το χρέος.

Η Ευρώπη έχει ανάγκη από νέες οικονομικές, κοινωνικές και θεσμικές βάσεις, γράφει ο Γκετά. Έχει ανάγκη από την εναλλαγή και, κατά συνέπεια, από την Αριστερά. Πού είναι όμως οι προτάσεις της; Η Ευρωπαϊκή Ένωση χορεύει στο χείλος του γκρεμού. Το φάρμακο που επιβάλλει η Δεξιά στους Ευρωπαίους ίσως μια μέρα εξαλείψει την ασθένεια, στο μεταξύ όμως οι ασθενείς μπορεί να έχουν πεθάνει.

Αν τα κόμματα της ευρωπαϊκής Αριστεράς δεν θέλουν να γνωρίσουν την τύχη της ισπανικής Αριστεράς μόλις αποκτήσουν και πάλι την πλειοψηφία στην Ένωση, πρέπει να διακηρύξουν αμέσως ότι θα φορολογήσουν τις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Ότι θα κηρύξουν έναν πραγματικό πόλεμο κατά των φορολογικών παραδείσων. Ότι θα αυξήσουν τους φόρους στις μεγάλες επιχειρήσεις και τους πιο πλούσιους. Ότι θα εργαστούν για την ανάπτυξη της Ευρώπης επενδύοντας στις βιομηχανίες του μέλλοντος. Ότι θα εφοδιάσουν την ευρωζώνη με την ομοσπονδιακή δημοκρατία την οποία απαιτεί μια κοινή οικονομική πολιτική.

Μα όλα αυτά περιλαμβάνονται στα προγράμματά μας, θα απαντήσουν οι ευρωπαίοι σοσιαλιστές. Ναι, είναι αλήθεια, όλα αυτά είναι κάπου γραμμένα, αλλά με ακαταλαβίστικο τρόπο, κι έτσι οι ευρωπαίοι ψηφοφόροι τα αγνοούν, και θα συνεχίσουν να τα αγνοούν, όσο η Αριστερά δεν έχει ένα μανιφέστο και τους ηγέτες που θα τα εξηγήσουν. Είναι αλήθεια ότι τα αριστερά κόμματα της Ευρώπης έχουν αρκετά προβληματιστεί και δουλέψει. Οι προτάσεις τους είναι καλές, αλλά πρέπει να προωθηθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μόνο έτσι η Αριστερά θα μπορέσει όχι μόνο να κερδίσει, αλλά και να παραμείνει στην εξουσία για το χρονικό διάστημα που απαιτείται προκειμένου η Ένωση να βγει από τον μαρασμό της.