Καλεσμένος στο «Βράδυ» της Παρασκευής, ο Γρηγόρης Αρναούτογλου μίλησε στον Πέτρο Κωστόπουλο για την προσωπική του ζωή, τη σχέση του με τη Νικόλ Κοτοβός αλλά και το νέο του βιβλίο με τίτλο «Μακιγιαρισμένοι Φόβοι».   Στην αρχή της συζήτησης, ο Γρηγόρης Αρναούτογλου παραδέχτηκε: «Πάχυνα, γιατί με τα ταξίδια τρώω πάρα πολύ», ενώ αποκάλυψε πώς γνωρίστηκε με τη σύντροφό του: «Ήταν πριν ανοίξει το μαγαζί της (σ.σ.: εκείνος έτρωγε στο εστιατόριο που είναι ακριβώς δίπλα και η Νικόλ περίμενε ένα φορτηγό με πράγματα που είχε αργήσει αρκετά) και βλέπω μια κοπέλα μόνη της, αγχωμένη, να προσπαθεί. Λέω “μήπως χρειάζεστε κάτι εδώ”;» και τελικά τη βοήθησε στο ξεφόρτωμα! 

Όταν βέβαια ο οικοδεσπότης της εκπομπής του έκανε πλάκα για το πώς συνεννοήθηκαν οι δυο τους -δεδομένου ότι τα αγγλικά του δεν είναι το δυνατό του σημείο και η Νικόλ δεν μιλά καλά ελληνικά- εκείνος απάντησε με χιούμορ: «Νομίζω πως η σχέση μας με τη Νικόλ εκεί κρατιέται, στο γεγονός ότι δεν καταλαβαίνει τι της λέω». Επίσης, τόνισε πως η Νικόλ δεν είχε ιδέα ότι μιλάει με έναν διάσημο στην Ελλάδα άνθρωπο, κάτι που ο ίδιος χαρακτήρισε ιδιαίτερα θετικό. Ωστόσο, αυτή η πρώτη γνωριμία δεν προχώρησε για πολύ καιρό: «Επέστρεψα έναν χρόνο αργότερα!» είπε ο ίδιος.

Στη συνέχεια, ο Πέτρος Κωστόπουλος μίλησε με τον Γρηγόρη Αρναούτογλου για τις φήμες που συνοδεύουν τους ανθρώπους της τηλεόρασης στην προσωπική τους ζωή: «Η ιστορία που ακολουθεί τους ανθρώπους της τηλεόρασης -και τους άντρες και τις γυναίκες- είναι πολύ άδικη ιστορία. Εγώ στην τηλεόραση συνάντησα πάρα πολύ ωραίες κυρίες, που ήταν πραγματικά κυρίες και είναι ακόμη. Και γίνανε πολύ καλές μητέρες και ανοίξανε πολύ ωραία σπίτια και κάνανε πολύ ωραίες οικογένειες. Άρα, αυτές οι ταμπέλες, οι τελείως γελοίες, σχετικά με το τι δουλειά κάνει ο καθένας, νομίζω είναι ταμπέλες που τις βάζουμε μόνο εδώ στην Ελλάδα» σχολίασε ο διάσημος παρουσιαστής, ενώ με αφορμή αυτή τη συζήτηση μίλησε για το νέο του βιβλίο:

«Μου ήρθε να το γράψω γιατί μεγαλώνουμε σε μία πολύ φοβισμένη κοινωνία. Για το τι θα πει ο γείτονας, για το τι θα πουν οι άλλοι για εμάς, για τις συγκρίσεις που γίνονται –όταν κάποια στιγμή συγκρίνουμε “ο Μπάμπης στρώνει καλύτερα το κρεβάτι του”, “ο Γιωργάκης μπήκε στο πανεπιστήμιο, εσύ γιατί δεν μπήκες;”, “δες, ο Κώστας πώς τρέχει και παίρνει χρυσά μετάλλια”. Μια χώρα που πάντα σύγκρινε, και αντί να συγκρίνει πραγματικά, ουσιαστικά πράγματα, όπως είναι η ψυχή και η καρδιά, σύγκρινε για το ποιος θα έμπαινε στο πανεπιστήμιο και ποιος δεν θα έμπαινε. Και η όλη ιστορία είναι ότι κατάλαβα κάποια στιγμή (γι’ αυτό και έγραψα) πως θέλω να γίνω καλύτερος με μένα  και όχι καλύτερος με τους άλλους. Διώχνοντας φόβους […] Ζούμε σε μια επαφή που ο κόσμος φοβάται να ζήσει. Είναι ένα βιβλίο που το έχω γράψει με πάρα πολλή αγάπη».  

Ποιος είναι όμως ο μεγαλύτερος φόβος του ίδιου; «Φοβόμουν πραγματικά τι θα πουν οι άλλοι για μένα. Ήταν για πολλά χρόνια για μένα ο φόβος μου αυτός, ιδιαίτερα πριν από μια δεκαετία. Το πώς ακριβώς θα καταφέρω να μην πουν κάτι άσχημο για μένα, γιατί για πολλά χρόνια άκουγα άσχημα πράγματα που δεν μου άξιζαν. […] Μιλάω για πιο ουσιαστικό φόβο, γι’ αυτό που σου “μαμάει” τη ζωή. Μιλάω για τον φόβο που σε κάνει να μη ζεις, που δεν σε αφήνει να πας παρακάτω γιατί φοβάσαι πιο πολύ τι θα πουν οι άλλοι, παρά τι θα πεις εσύ.

Εδώ υπάρχουν άνθρωποι στην Ελλάδα που δεν κάνουν αυτό που θέλουν αυτοί , αλλά αυτό που θέλουν οι γονείς τους. Το γράφω και μες στο βιβλίο» σχολίασε, ενώ παράλληλα ανέφερε σχετικά με την σύντροφό του: «Θέλω να σου πω ότι χρόνια δούλευε στην τηλεόραση, πίσω από τις κάμερες βέβαια. Δούλευε σε ένα μεγάλο κανάλι στην Αμερική, οπότε δεν έπαθε και τόσο (μεγάλο πρόβλημα). Πρόσφατα, κάπου γράψανε ότι θέλει να ασχοληθεί με την τηλεόραση, και συγνώμη που μιλάω εκ μέρους της, αλλά το κάνω γιατί το συζήτησα μαζί της και την πείραξε πάρα πολύ, επειδή δεν θέλει επουδενί να ασχοληθεί με την τηλεόραση. Ούτε κατά διάνοια δηλαδή».  

Πηγή: yupi.gr