Σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη στο περιοδικό «Psychologies», ο Αντώνης Κανάκης μιλάει για τη ζωή του, τους φόβους του, την επαγγελματική του επιτυχία αλλά και την κριτική που αναπόφευκτα δέχεται ως τηλεοπτικό πρόσωπο.   «Υπάρχουν τρία βασικά είδη κριτικής τα οποία είναι εύκολο να τα διακρίνεις. Η κριτική που βασίζεται στον φθόνο και τα κόμπλεξ, η κριτική που βασίζεται σε διάφορες σκοπιμότητες και η κριτική που όντως αξιολογεί βάσει κάποιου συλλογισμού και κάποιων επιχειρημάτων τη δουλειά σου» εξηγεί αρχικά ο 43χρονος παρουσιαστής, αποκαλύπτοντας πώς αντιδρά ο ίδιος σε καθένα από αυτά τα είδη: «Η πρώτη με απογοητεύει και πλέον την αγνοώ, η δεύτερη με θυμώνει και την αγνοώ επίσης, η τρίτη με προβληματίζει, τη λαμβάνω σοβαρά υπόψιν και την εκτιμώ. Αλλά επειδή, ειδικά αυτήν την περίοδο της ζωής μου, σε επαγγελματικό και δημιουργικό επίπεδο τουλάχιστον, τα έχω καλά με τον εαυτό μου, δεν επηρεάζομαι και πολύ».  

Κατακτώντας όμως τους επαγγελματικούς του στόχους, νιώθει πλήρης;

«Παίρνω ικανοποίηση αλλά φεύγει γρήγορα και μετά χρειάζομαι κάτι καινούργιο να συμβεί, να πετύχω, για να ικανοποιηθώ ξανά.Δεν έχω καταφέρει ακόμα δυστυχώς να ηρεμήσω, με την έννοια του να απολαμβάνεις και να παίρνεις ικανοποίηση από τα τόσα καλά που προσφέρει η ζωή» απαντά με ειλικρίνεια ο ίδιος, ενώ παράλληλα παραδέχεται πως, στη δουλειά του, θέλει να έχει τον πλήρη έλεγχο σε όλα: «Είναι αλήθεια, το κάνω σε μεγάλο βαθμό, για δύο λόγους βασικά. Πρώτον, γιατί έτσι είμαι και, δεύτερον, για πρακτικούς λόγους, επειδή θεωρώ πως δεν γίνεται διαφορετικά να έχω το επιθυμητό αποτέλεσμα. Πάντως όταν εμφανίζονται άνθρωποι που κερδίζουν την εμπιστοσύνη μου τους δίνω πολύ χώρο, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως δεν συνεχίζω να ελέγχω τα πάντα» λέει.  

Τέλος, εξηγεί πως θέλει να κάνει οικογένεια, «όχι ως αυτοσκοπό, αλλά σαν μια φυσική εξέλιξη μιας αληθινής και μοναδικής σχέσης με έναν άλλον άνθρωπο», ενώ για τη σχέση του με το πέρασμα του χρόνου και το πόσο τον φοβίζει ο θάνατος δηλώνει: «Δεν φοβάμαι τον θάνατο, φοβάμαι μήπως δε μάθω να ζω πριν πεθάνω ή μήπως, αφού μάθω, δεν θα έχει απομείνει πολύς χρόνος για να το χαρώ. Φοβάμαι μήπως δε χορτάσω αγάπη, μουσική και φύση. Φοβάμαι μήπως δεν ζήσω το θαύμα ή μήπως δεν του επιτρέψω να με βρει. Μάλλον εμένα φοβάμαι περισσότερο. (…) Έχω εμπιστοσύνη στη ζωή και ξέρω πως, ό,τι σου παίρνει από τα νιάτα σου, στο αναπληρώνει αλλιώς. Φτάνει να είσαι και εσύ σε θέση να το εκτιμήσεις. Το μυαλό και η καρδιά να παραμείνουν σε πλήρη λειτουργία, και όσο πιο ατίθασα γίνεται, αυτό είναι που θα ήθελα...

... Δεν φοβάμαι τα ηλικιακά γηρατειά, τα εγκεφαλικά γηρατειά, τα οποία έρχονται σε όλες τις ηλικίες φοβάμαι».