Μετά τη συνέντευξη του Νίκου Χατζηνικολάου στον Πέτρο Κωστόπουλο, στο «Βράδυ» της Παρασκευής, οι ρόλοι αντιστράφηκαν, με τον οικοδεσπότη της εκπομπής να κάνει μια δημόσια εξομολόγηση στον δημοσιογράφο για το τέλος της ΙΜΑΚΟ και για όσα ακούστηκαν και γράφτηκαν γι΄αυτό.   «Όπως απαντούσες ειλικρινά, θα σου απαντήσω και εγώ ειλικρινά. Όταν βλέπεις αυτό που έκανες τόσα χρόνια να πέφτει, όχι γιατί το ίδιο δεν πουλάει αλλά για οικονομικούς λόγους -γιατί έχουμε μια μεγάλη διαφορά,  δηλαδή άλλο να πεις ότι έχω ένα περιοδικό που δεν πουλάει, εμένα τα περιοδικά μου πουλάγανε όσο πουλάγανε και πέρυσι, τα ραδιόφωνα είχανε τα ratings που είχαν πάντα - αλλά από εξωγενείς παράγοντες, όπως είναι μια οικονομική κρίση που έχει νεκρώσει τα media, αισθάνεσαι θυμό» παραδέχτηκε ο Πέτρος Κωστόπουλος, ενώ τόνισε: «Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι καλή εποχή στα media υπήρξε, αλλά τα media ήταν ο πιο υπερεκτιμημένος τομέας της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Δηλαδή, εμείς είχαμε παιδιά που ήταν 25 χρονών και παίρνανε τρία – τέσσερα χιλιάρικα. Ο απέναντι από εμάς, διευθυντής τραπέζης, δεν θα τα έπαιρνε ποτέ, ούτε στα 70 του. Το κόστος των  Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης είναι κυρίως το ανθρώπινο δυναμικό. Είχαμε ανθρώπους που μπήκαν σε έναν πληθωρισμό πια, μετά το ’90 που βγήκε η τηλεόραση, τα επαγγέλματα ανοίξαν, τα περιοδικά ήταν δέκα. Είσαι πάρα πολύ τυχερός που γεννήθηκες σαν επιχειρηματίας σχεδόν μέσα στην κρίση. Τότε, αν δεν έδινες τα λεφτά αυτά, δηλαδή αν δεν έδινες τρεις, τέσσερις, πέντε,  έξι, δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ σε ένα άτομο – σκέψου σε περιοδικό δεκαπέντε χιλιάδες να παίρνει κάποιος κάτω από μένα- τότε ερχόταν ένας άλλος ανταγωνιστής και του τα έδινε».

«Στην ουσία εγώ, αν μπορώ να πω κάτι καλό για τον εαυτό μου, είναι πως δημιούργησα μια βιομηχανία. Δέκα χιλιάδες άτομα βγήκαν σε περιοδικά, σε ραδιόφωνα κλπ και ζητάγανε λεφτά» σχολίασε αργότερα, επισημαίνοντας παράλληλα: «Λοιπόν, εγώ αν μπορώ να κατηγορήσω για κάτι τον εαυτό μου είναι ότι δεν σκέφτηκα, όπως σκέφτονται οι σωστοί επιχειρηματίες. Δηλαδή ότιόταν η ΙΜΑΚΟ έκανε 200 εκατομμύρια δολάρια, το 2000, και μου λέγανε “πούλα μας ρε αγόρι μου”, εγώ έλεγα “Όχι, το δημιούργημά μου, δεν πουλάω!”. Αυτό ήταν το θέμα!».  

Στη συνέχεια, παραδέχτηκε ακόμη πως έθεσε την προσωπική του περιουσία στη διάθεση της εταιρίας του και των οφειλών της: «Τα έβαλα όλα! Εγώ θεωρώ προς τιμήν μου αυτά τα πράγματα. Βλακεία από τη μία, από την μία μεριά θεωρώ ότι τα της δουλειάς μου, τα έβαλα στη δουλειά μου, το θεωρώ παράσημο! Από  την άλλη πλευρά, απέναντι στην οικογένειά μου, το θεωρώ τρομακτική βλακεία. Εγώ λέω ότι, όπως ο κάθε Έλληνας στην δεκαετία του '90 και του 2000 έκανε παραπάνω από αυτά που μπορούσε, αυτό έκανα κι εγώ! Μόνο που, όπως ξέρεις, εγώ δεν είχα τίποτα… Ούτε αεροπλάνο είχα, ούτε σκάφος είχα, είχα ένα σπίτι εξωχικό, το οποίο το είχα χτίσει το 1990 ως υπάλληλος και αυτό ήταν… Ξέρεις πολύ καλά επειδή έχεις δουλέψει σε περιοδικά, ότι τα δικά μου τα περιοδικά δεν ήταν για τη χλιδή, ήταν για το μοντέρνο. Δεν βγήκα εγώ να λέω “πάρε Porsche, πάρε Cayenne”! Έχω καταλήξει να πιστεύω ότι μπορεί να είμαι ο υπεύθυνος, όπως έχουν γράψει και μερικοί, του ΔΝΤ.  

Όμως, λέω ότι είχα ένα περιοδικό που πούλαγε εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα χιλιάδες (τεύχη). Αυτό δεν επηρεάζει έναν λαό. Όταν ο Βόλος μέχρι την Καρδίτσα, τεράστια απόσταση, γέμισε BMW, όταν γέμισε μπουζουξίδικα και Ουκρανές, όταν έβγαιναν οι αγρότες τα απόγευμα στα διόδια να τα κόψουν και το βράδυ ήταν σε αυτά τα μπουζουξίδικα... αυτό δεν είχε σχέση με το δικό μου κοινό. Οι Έλληνες πιστεύω ότι ξεφύγαμε από μία κατάσταση μιζέριας στα τέλη του ’80, αρχές ’90 -που ήταν σωστό- και καταλήξαμε να γίνουμε υπερκαταναλωτικοί και γελοίοι. Κι εγώ μαζί!».  


Ποια ήταν η στάση της οικογένειάς του μέσα σε όλη αυτήν την κρίση; «Όταν τα πράγματα πηγαίνουν άσχημα επαγγελματικά, το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι είναι τι κακό έχεις κάνει στους ανθρώπους που είναι γύρω σου. Οι άνθρωποι που είναι γύρω σου – και να μη γελιόμαστε – είναι το σπίτι σου, η οικογένειά σου. Εγώ είχα πει παλιά ότι εγώ με την Τζένη αισθάνομαι συμμορία. (...) Εκείνο που λέω είναι ότι απέναντι στη γυναίκα μου και τα παιδιά μου δημιούργησα πρόβλημα. Βλέπω ότι τα παιδιά μου, ευτυχώς, με τον τρόπο που τα διαπαιδαγώγησε κυρίως η μάνα τους αλλά και εγώ, έχουν μια πολύ μεγάλη αντίσταση. Τους είπαμε “ξέρεις, η δουλειά του μπαμπά τελείωσε” αλλά ποτέ δεν είχαν μάθει τα παιδιά μου ότι είναι πλούσιοι.

Τους λέγαμε πως είμαστε καλοβαλμένοι αλλά μέχρι ενός ορίου. Είμαστε αυτοί που είμαστε, μπορούμε να περνάμε καλά, να πάμε διακοπές, να φάμε ένα καλό φαΐ, ως εκεί! Τα παιδιά το πήραν καλά! Ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι τα παιδιά μου. Και η Τζένη, από την άλλη μεριά, μου καταλόγισε πολλές φορές ότι με την τρέλα της δουλειάς μου – που δεν ήταν καβάλημα στη δουλειά, μαλακία ήτανε, με την έννοια ότι πίστευα ότι είναι ένα οικοδόμημα που το χτίζω και το χτίζω – δεν κοίταζα τα λεφτά! Άμα κοίταζα τα λεφτά, Νίκο, σε αυτήν την ιστορία, θα είχα πουλήσει τις πενήντα φορές που μου είχαν πει πούλα με δέκα, είκοσι, τριάντα, με πενήντα εκατομμύρια και δεν πούλαγα. (...) Πρόδωσα τον εαυτό μου και την οικογένειά μου πιο πολύ από οποιονδήποτε άλλον!».  

Όσο για την κριτική που δέχτηκε από τους ανθρώπους που εργάζονταν για την εταιρία του είπε: «Κατ’ αρχήν εγώ αυταρχικός δεν ήμουν, επειδή ήμουν ένας εκδότης που δεν ήμουν ποτέ μες στο γραφείο. Όταν είσαι διευθυντής ενός εντύπου, έχεις μια απολυτότητα. Πρέπει το πράγμα να βγει έτσι , άρα θέλεις να βγει έτσι! Από εκεί πέρα το δικό μου το μαγαζί ήταν – και γράφτηκε και σε πάρα πολλά έντυπα, γράφτηκε και στο ιντερνετ – ήταν μια απόλυτη παιδική χαρά! Κάποιος έγραψε ότι "εγώ θα ήθελα να ξαναέχω ένα αφεντικό το οποίο θα με άφηνε να βάζω τα πόδια μου πάνω στο γραφείο και να έχω και ένα μπουκάλι δίπλα". Έτσι ήταν το μαγαζί μου! »  

Ποια είναι τα σχέδια του Πέτρου Κωστόπουλου από εδώ και πέρα; «Σε αυτά τα πράγματα χρειάζεται να θεραπεύσεις τραύματα, να ηρεμήσεις, να κάνεις την αυτοκριτική σου… Χρειάζεται παράλληλα όμως να δουλέψεις για το σπίτι σου γιατί δεν τους έχεις αφήσει μία. Εκείνο που χρειάζομαι είναι να δουλέψω, αυτή τη στιγμή δεν δουλεύω, αυτή τη στιγμή ασχολούμαι με άλλα πράγματα. Ασχολούμαι με δικηγόρους, με το ένα, με το άλλο… Θέλω να δουλέψω για να αισθανθώ πάλι δημιουργικός άνθρωπος. Εγώ κατάθλιψη έχω όταν δεν δουλεύω. Έχω μάθει από 22 χρονών να δουλεύω σαν τον σκύλο» δήλωσε, ενώ για τη στάση της συζύγου του, Τζένης Μπαλατσινού, είπε: «Η Τζένη ήταν κατά 90% το μόνο στήριγμά μου. 10%, κάποιες στιγμές, η Τζένη μου τα έχωνε για τα πράγματα που δεν έκανα».  

Τέλος, ο Πέτρος Κωστόπουλος μίλησε και για την επίθεση που έχει δεχτεί σχετικά με το τέλος του lifestyle: «Στην Ελλάδα έχουμε έναν βλαχομπαροκισμό. Lifestyle, τι πάει να πει lifestyle; Μα ποιος μαλάκας το λέει αυτό; Το lifestyle υπάρχει από την ημέρα που υπάρχει ο άνθρωπος. […] Δεν υπήρχε καμιά γκλαμουριά από τα δικά μου περιοδικά! Τα περιοδικά κάποιου άλλου εκδότη ήταν στη γκλαμουριά. Δεν μπορώ να ακούω και να διαβάζω, π.χ. από μεγάλο εκδοτικό οργανισμό να λένε "ο Κωστόπουλος και το lifestyle", "o Κωστόπουλος και ο φεμηνισμός",  για να το παίξουν έτσι… Το να διαβάσω κάτι στο ίντερνετ δεν με ενοχλεί, δεν τρελαίνομαι. (...) Εκείνο που με ενοχλεί είναι άλλο, το να διαβάσω σε έντυπα σοβαρών οργανισμών, οι οποίοι εξέδιδαν τα ίδια πράγματα με μένα, τα ίδια ακριβώς πράγματα, δηλαδή ακριβά γυναικεία περιοδικά, τη Marie Claire, την ELLE, την Vogue,το Cosmopolitan που λέει πώς να πάρετε το αφεντικό σας, πώς θα γίνει ο τέλειος οργασμός ή οτιδήποτε άλλο, ή το Max, το οποίο ήθελε να γίνει σαν το ΚΛΙΚ ή αργότερα σαν το Nitro, το Status, το οτιδήποτε… το Playboy, που είναι μιας άλλης κατηγορίας, και το Playboy εγώ το υποστηρίζω.

Δεν βγήκε κανένας στην Αμερική να τα χώσει στον Χιου Χέφνερ, παρά μόνο συντηρητικοί ακροδεξιοί και η Κου Κλουξ Κλαν, επειδή είχε γυμνό εκείνη την εποχή. Με ενοχλεί λοιπόν και το βρίσκω εντελώς υποκριτικό, να βγαίνει κάποιος και να κατηγορεί για κάτι που ο ίδιος προσπαθούσε να μιμηθεί και να κάνει. Όχι μόνο να κάνει. Το έκανε. Εγώ πούλαγα 60 χιλιάδες με ένα περιοδικό και εκείνοι άλλες 60, 50, 30, 40… Και τώρα ξαφνικά βγήκα το απολωλός πρόβατο. Ξέρεις, για όλα φταίει ο μαλάκας!».


Πηγή: yupi.gr