Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα
Η εικόνα λιγωτική και απάνθρωπη. Θλιβερή. Μια γυναίκα, άπορη, αλλοεθνής, μετανάστρια στο καλύτερο τόπο που δε βρέθηκε ποτέ. Πηγαίνει στον φιλεύσπλαχνο βουλευτή του ελληνικού κοινοβουλίου Ηλία Παναγιώταρο της ΧΑ να ζητήσει φαγάκι. Εκείνος αρνείται. Και την ειρωνεύεται. «Απ όλα. Αστακομακαρονάδα, χαβιάρι. Αλλά να πάτε στον Τσίπρα να σας τα δώσει. Η στο ΚΚΕ».

Η κυρία, με ένα βλέμμα – λαβή σε σωθικά, ζητά ευγενικά συγγνώμη απ τον ελληναρά και αποχωρεί! Η εικόνα παίζει και ξαναπαίζει, σα λούπα, κολημμένη στα βλέμματα. Η σκληρότητα, η γυαλάδα, η ειρωνεία, η επικινδυνότητα, το έρεβος του είδους μας σε φανατισμό και σκοτεινιές σπηλαίων απ τον λίθινο πρωτογονισμό μας.

Ποιος τόπος είναι αυτός ρε γάμω το, γύρω μας; Ποιοι είναι όλοι αυτοί που μιλάνε εν ονόματι της Ελλάδας, κάποιας Ελλάδας, όποιας Ελλάδας; Οι 500.000 ψηφοφόροι τους θα αρνιόντουσαν το φαί στη γυναίκα που μοιάζει στη μάνα τους, στους εαυτούς τους στον καθρέφτη, στις ξεχασμένες τους γιαγιάδες και θειες; Στο όνομα της ράτσας που αρνείται, κόντρα στη παράδοση και στην ιστορία της, τη παρηγοριά και την σύμπνοια; Και όλοι αυτοί που πήγαν εκεί να πάρουν τρόφιμα, όσο άποροι και αν είναι, οι Έλληνες ντε, θα φάνε τα φιλάνθρωπα τρόφιμα της ΧΑ έχοντας δει το ατσάλι της απονιάς στα βλέμματα τους; 

Κινήσεις εντυπωσιασμού, φιλανθρωπίες όπως αυτές των κυριών που τάχα νοιάζονται στις δεξιώσεις για μεγάλους μακρινούς σκοπούς και που η συμβολή τους η οικονομική αξίζει λιγότερο απ το φόρεμα τους, τάχα μου ενδιαφέρον. Κάλιο να φάω λαχανίδες αλάδιαγες και ωμές αγριομολόχες,  παρά τα μακαρόνια και τα ρύζια του Παναγιώταρου…