Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα


Ξέρω την Τατιάνα από όταν ξεκινούσε στην δημοσιογραφία. Τότε έλεγαν στα γραφεία του «ΕΠΕΝΔΥΤΗ», για την κόρη του Στεφανίδη που ήταν μια καλλονή και δούλευε, νομίζω στον Ελεύθερο Τύπο. Όταν την γνώρισα ήταν πια στο πλευρό του Παπαδάκη στον ΑΝΤ1, δρομολογώντας μια τηλεοπτική τροχειά. Συνεντεύξεις πολλές, τηλέφωνα, φωτογραφήσεις.

Είκοσι χρόνια αργότερα, η πορεία της στην τηλεόραση ήταν σταθερά ανοδική, με λάθη, σωστά, προτάσεις, επίμονη και μια ορισμένη σχέση με το κοινό της, να την ακολουθεί σε όποιο κανάλι κι αν βρίσκεται. Εχθές το μεσημέρι ήμουν -και εγώ με τη σειρά μου- καλεσμένη στην δεύτερη εκπομπή της σεζόν. Ζωντανό κοινό, από νέα παιδιά, οι μόνιμοι της συνεργάτες πολλά χρόνια τώρα, η άνεση της στο φακό, η πλήρης επίγνωση του κοντρόλ και της ροής της εκπομπής της! 

Παρακολουθώ την εκπομπή της στη δομή της. Το πρώτο μέρος αφορά σε συνέντευξη από πρόσωπο επικαιρότητας και η δεύτερη σε πιο ανάλαφρα θέματα. Σ αυτά τα δευτέρα λοιπόν, τα πιο σαμπανιζέ, παίρνω και εγώ τη θέση μου στους καναπέδες. Βλέπω πως φέτος το σκηνικό είναι σχεδόν ίδιο με το περσινό, δεν υπάρχουν σπατάλες, ούτε διαθέσεις αυτοπροβολής και προσωπικής αποθέωσης. Προσαρμόσιμη σε μια εποχή που αναγνωρίζει και ανιχνεύει η Τατιάνα, κρατάει τους τόνους χαμηλούς. Το θέμα της συζήτησης δε με πολύ νοιάζει. Το ρετούς και αν πρέπει να γίνεται. Έτσι κι αλλιώς, η διάθεση του κόσμου να κατακρίνει και να στέκεται απέναντι στους ευνοούμενους της ζωής, που το ίδιο τοποθέτησε σε βάθρα αποθέωσης, αρνητική παραμένει με ή δίχως ρετούς.

Με νοιάζει όμως το κλίμα της εκπομπής της, η ατμόσφαιρα και να τη ζήσω από κοντά. Στα διαλείμματα κάνει χιούμορ. «Εμένα να με βγάζετε πάντως όχι μόνο με ρετούς, αλλά έτσι, όλη ακούνητη» λέει, γελάει και τεντώνει το πρόσωπο της. Όταν η εκπομπή τελειώνει, οι δυο μας, στο αφώτιστο πια και έρημο, αγχωτικά σχεδόν, πλατό λέμε για παιδιά, σχολεία, τις δουλειές, το Ολοκαύτωμα που ζουν οι εργαζόμενοι στην τηλεόραση.

Έχει τόσο πράσινα, διάφανα μάτια, που υπνωτίζουν. Κάποια στιγμή την χαζεύω και ξεχνάω να απαντήσω. Της το λέω. Δείχνει να αδιαφορεί για την επίδραση που έχει αυτή η μεταφυσική σχεδόν ομορφιά πάνω στους άλλους. Θυμάμαι μια θεία μου, που από οικογένεια Παναθηναϊκών στο Μεσολόγγι, ήρθε στην Αθήνα, πολλά χρόνια πριν, για σπουδές. Έγινε Ολυμπιακός. Γιατί; «Γιατί ήταν όμορφος ο Στεφανίδης. Όλες Ολυμπιακοί γίναμε τότε» παραδέχεται δεκαετίες μετά για το πώς αλλαξοπίστησε. Γονιδιακό λοιπόν το φαινόμενο και προσωπική αυτή η προσέγγιση η δική μου. Και συναισθηματική. Δυο δεκαετίες τώρα συναντιόμαστε σε πλατό και φωτογραφίσεις και συνεντεύξεις και η ζωή συνεχίζει, αλλάζοντας μας.

Σκέφτομαι για άλλη μια φορά, τον σπουδαίο αφορεσμό του Όσκαρ Ουάιλντ πως «η ομορφιά είναι απείρως ανώτερη απ την εξυπνάδα γιατί είναι αυταπόδεικτη». Στη συγκριμένη περίπτωση ο συνδυασμός και των δυο είναι σχεδόν δικτατορικός…