Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα  
Φωνές και θόρυβος και υπουργεία σε κατάληψη και νέα μέτρα και η Τρόικα να κόβει βόλτες στο κέντρο, το στραγγαλισμένο από δίκιο και διαδηλώσεις. Η πρωινή τηλεόραση λέει τον πόνο μας, σε συνέχειες. Ζωντανή μετάδοση μιας γενοκτονίας με βουβούς μάρτυρες. Γνώριμες φυσιογνωμίες, οικείες φωνές. Η Μάριoν, ο Λυριτζής, ο Οικονόμου, ο Γιώργος Παπαδάκης. Οι πολιτικοί παραταγμένοι σε πάνελ, σε μια άσκηση σωτηρίας ενός έθνους σε τρικάμερο! Πότε προλαβαίνουν να κυβερνήσουν, να αναρωτιέσαι, αφού γραβάτες στ αυτοκίνητα πρέπει να αλλάζουν και στο σπίτι για μισό ύπνο να γυρίζουν!

Και ξαφνικά, η μορφή του Διονύση Σαββόπουλου στο Μέγκα, δίπλα στον Καμπουράκη και στον Οικονομέα, με μεγάλη εικόνα, σαν βυζαντινή αγιογραφία, το θεϊκό Μάνο Χατζιδάκι. 

Νιότη. Μουσικές αποκομμένες μαζί μας απ τον ομφάλιο λώρο, με το τοκετό μας. Μόρφωμα μας. Οι δυο αυτοί και τα τραγούδια και ο λόγος βάλσαμο, ζεστός, κατανοητός, ανθρωπινός, με κατανόηση, συναίσθηση και συμπόνια. Οι λέξεις να μη σε πνίγουν, αλλά να σου δίνουν σχεδία να βγει απέναντι στην άλλη όχθη, να μη παλεύεις με τα κύματα. Λέει ο Διονύσης Σαββόπουλος για τον Χατζιδάκι, τον συντηρητικό, τον ατρόμητο όμως, με τον λόγο που έτσουζε, για τα μεγάλα και τα σπουδαία. Μια ερώτηση απ τον Καμπουράκη, που θέλει σκέψη. Σήμερα τι τραγούδια θα φτιάχνε; Δεν ξέρει, παραδέχεται μετά από παύση γεμάτη όμως, όχι μετέωρη. Και λέει ύστερα, αλήθειες. Για τότε, παλιά, που ο κόσμος ήταν φτωχός αλλά τα χε όλα. Και μετά πως βουτηχτήκαμε όλοι μέσα σε μια υλική ευμάρεια αλλά δεν είχαμε τίποτα. Πως τότε γεννιόταν και τα τραγούδια και η τέχνη. Με τη Μεταπολίτευση, σα να πέρασαν όλοι σε μια κατάσταση κριτικής και σχολίου και αντιπαράθεσης. Και ήρθε και στέγνωσε το μέσα μας. Και άμα στεγνώνεις, δε έχεις περίσσευμα για τέχνη, λέξεις, τραγούδια.

Ο μικρομεσαίος πήγαινε διακοπές στο Μπαλί, με διακοποδανειο φυσικά και η κοπελίτσα απ την Άνω Μαγούλα, ήθελε να γίνει μοντέλο. Τίποτα από μόνο του δεν είναι κακό, αλλά όλο μαζί και μόνο αυτό γενικευμένο, το Μπαλί και τα όνειρα για μοντέλα, γίνονται αφόρητα, δυσβάσταχτα, καταθλιπτικά. Και έτσι; Φτάσαμε να ρωτάμε γιατί απ την Μεταπολίτευση μέχρι εδώ, δε βγάλαμε έναν ποιητή; Έναν ζωγράφο; Έναν μεγάλο συνθέτη; Που είναι σήμερα ένας καινούργιος Χατζιδάκις, ένας Θεοδωράκης, ένας Τσαρούχης, Εγγονόπουλος, Εμπειρίκος, Ελύτης, Σεφέρης, Γκάτσος, Καργάτσης, Μυριβήλης, Λύτρας; Σε ένα μεγάλο στέγνωμα εσωτερικό, χαμένοι! Σε μια ξηρασία ψυχής! Συνολική, κολλητική, ιογενή, αυτοάνοση, μη θεραπεύσιμη μπορεί. 

Έχω κολλήσει και παρακολουθώ τον Διονύση Σαββόπουλο και δε βγαίνω έξω στο κόσμο, ακόμα, αλλά κοιτώ τη τηλεόραση σα και να κρέμεται η ζωή μου, απ τις λέξεις του. Και ίσως η ζωή μου να μη κρεμάται, αλλά η σωτηρία της ψυχής μου, σίγουρα εξαρτάται απ αυτόν. Εννοώ απ τη τέχνη. Δεν είναι υπόθεση θρησκευτική οι ψυχές, αλλά καλλιτεχνική. Δε βγαίνει πέρα αυτή η ζωή, χωρίς τη μεγάλη παρηγοριά, το καταφύγιο της. Δεν αντέχεται το να μην μοιράζεσαι, το να μη ψηλώνεις μέσα σου. 
Και ξαφνικά βλέπω και καλή τηλεόραση. Την μπορώ, την αντέχω την δυσοιωνιά της, την αμηχανία της, το χάσιμο της, τα ψέματα της. Τη συγχωρώ. Χάρη σε μια κανονική κουβέντα. 

Ο Σαββόπουλος λέει πως δεν αποκηρύσσει το «Κωλοέλληνες». «Πνεύμα αλήτικο, ελλαδίτικο, σε Μικρά Ασία, Κύπρο Λευκωσία, Βόρειο Ήπειρο, δεν ακούει κανείς, στο χειρότερο του ελληνισμού κομμάτι… στην Ελλάδα ζει». Όχι. Δεν το αποκηρύσσει! Απλά είναι μέσα του και για πάντα του, συνδυασμένο με το  «Ζήτω η Ελλάδα και κάθε τι μοναχικό, η Ελλάδα που αντιστέκεται η Ελλάδα που επιμένει, κι όποιος δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει. Καλωσόρισες πουλί μου μοναξιά ελληνική μου, απ' αγάπη φεύγεις – έρχεσαι, πηγαινοέρχεσαι σαν την πνοή μου, κι απ' την έρημη την απόσταση παίρνει υπόσταση κάθε γιορτή μου. Απ' τους δυο μας ποταμούς θα γευτεί μια νύχτα η έρημος καρπούς»… Ζήτω…