Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα
 
«Όσο δηλαδή υποχωρεί το γράμμα της αγίας
Γραφής, τόσο υπερισχύει το πνεύμα της.
Κι όσο περνούνε οι σκιές της πρόσκαιρης λατρείας,
τόσο παίρνει τη θέση τους η αλήθεια της πίστης
η ολοφώτεινη κι ολόλαμπρη κι ανίσκιωτη».
Αγ. Μάξιμος Ομολογητής (Μυσταγωγία ΣΤ’ 25).

Τον φανατισμό, λέει, τον ανακάλυψαν οι Ρωμαίοι και τον αγάπησαν οι Χριστιανοί, εντελώς κόντρα στην ουσία της πίστης τους. Ο Φανατισμός έχει ρίζες στη λατινική λέξη  "fanum" που θα πει «ιερόν» και οι εγκυκλοπαίδειες γραφούν – σε ελεύθερη απόδοση πάντα- πως σημαίνει την με εγωισμό, εμπάθεια, εγωκεντρισμό, αυτισμό, αμορφωσιά, προσήλωση σε κάποιες αντιλήψεις, ανεξάρτητα απ' το αν αυτές είναι σωστές ή όχι. Στην αρχαία Ρώμη, λέγονταν fanotici, οι θρησκόληπτοι, οι θρησκομανείς, οι μανιώδεις πιστοί, οι φανατικοί εν ενι λόγω, που περίμεναν μπροστά στο βωμό της θεάς του πολέμου Μπελλόνα, ώσπου να τους αγαπήσει η θεά και να τους ρίξει τη μανία της. Οι πιστοί διαπερνούσαν, σε πλήρη καταληψία, τα μέλη του σώματός τους με ξίφη, κοβαν κομμάτια απ τις σάρκες τους, ακρωτηριάζονταν φρικαλαία, εις το όνομα της μεγάλης πίστης.

Στο μεσαίωνα οι μοναχοί, αυτομαστιγώνονταν, καναν τα σώματα τους να υποφέρουν, περιφρονούσαν την ιερότητα του κορμιού τους, για να δείξουν πολύ Χριστιανοί. Φραγγέλια, πληγές, καρφένιες ζώνες κάτω από τρίχινα ράσα και μετά η σημερινή Νότια Ασία και οι πιο πιστοί να σταυρώνονται εις το όνομα του Κυρίου.

Ο θρησκευτικός φανατισμός, σήμερα μισεί την ίδια την πίστη, την ιδια την θρησκεία και αγκιστρώνεται σε μικρές ρεύσεις, σε αυτοϊκανοποίηση που πρόκυπτε απ την κατατρόπωση των αλλόπιστων, των  αντιπάλων. Είναι η αιματώδης εκδικητικότητα, που οδηγεί σε κακουργήματα, σε τεράστια εγκλήματα, σε ανθρωποθυσίες, σε  βία κατά εθνικών θρησκευμάτων και στους ιερούς χώρους τους, σε καταδιώξεις αιρετικών, σε "Ιερές Εξετάσεις", σε πόλεμους και επαναστάσεις, σε πυρές να καούν μάγισσες, σε τροχούς και λογίων αίθουσες βασανιστηρίων, σε Άουσβιτς και Ματχάουζεν και Τρεμπλίνκες και σ άστρα του Δαβίδ και στα κρεματόρια και στους αριθμούς στα χεριά, μαρκαρίσματα θανάτου.

Ο φανατισμός έχει θρήσκευμα, πολιτικό κόμμα, ομάδα ποδόσφαιρου, φύλλο και το καμαρώνει ανάμεσα στα μπούτια του, ράτσα. Ο Φανατισμός οδήγησε στα μεγαλύτερα, στα απάνθρωπα εγκλήματα της ιστορίας της ανθρωπότητας. Και δυστυχώς είναι σύμφυτος πια με την ύπαρξη μας, όσο και αν δεν τον γνώριζαν, δεν τον ευφήβραν, δεν τον διανοούντουσαν οι αρχαίοι που ζούσαν σ αυτόν τον τόπο πριν από μας και όριζαν την ανθρωπινή νοημοσύνη εις τους αιώνες των αιώνων.

21ος αιώνας και στο κέντρο της Αθήνας, μέσα σ όλες μας τις πληγές, ο φανατισμός, φορεί την μάσκα της θρησκεία μας και ουρλιάζει έξω από ένα θέατρο απειλές. Στο «Χυτήριο» μέσα οι ηθοποιοί και έξω οι τάχα μου πιστοί, να κρατάνε βεβηλώνοντας τες, ελληνικές σημαίες. Να μη παιχτεί το «Corpus Christi»! Το ζήσαμε την άνοιξη και ξανά τώρα, πιο δυναμικά, λες και πήγε η παράσταση σπίτι τους, άνθρωποι που δεν έχουν δει καν το έργο φτύνουν μαύρη οργή σε ότι δεν καταλαβαίνουν.

Την ακύρωση της παράστασης, ζήτησε με ασφαλιστικά μέτρα η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδος, για προσβολή και βλασφημία στον Χριστό και τα Θεία. Την παράσταση ετοίμασε ο Λαέρτης Βασιλείου, το θέατρο ως παραγωγός δουλεύει αλλά έχει ετοιμάσει και την μετάφραση του, η Βάσια Παναγοπούλου. Καλούνται και οι δυο να σταθούν απέναντι από μια σύγχρονη Ιερά Εξέταση, αμήχανη και αποπροσανατολισμένη, για τον αν το Corpus Christi παρουσιάζει ως ομοφυλόφιλο, τον θεάνθρωπο.

Επειδή ο Υιός του Ανθρώπου, η στήλη της πίστης μας, η μορφή των αταβιστικών μας ακόμη ακόμη φοβιών, μόνο αντράκλας πρέπει να είναι και μάλιστα βαρβάτος, μάλλον, δεκάδες παθιασμένοι, θιγόμενοι πιστοί, συγκεντρώνονται γύρω απ το θέατρο, τραγουδώντας τον ύμνο «τη Υπερμάχω», βεβηλώνοντας με την ύπαρξη τους τη δική μας πίστη ή απιστία.

Και στη δική μου πίστη ο Χριστός μου, δεν έχει φύλλο, ακουμπά τον πόνο όλων, την αγάπη την ευλογεί, χωρίς να διακρίνει αν φοράμε σώβρακα ή κιλότες. Και αυτοί με τις σημαίες έξω από ένα θέατρο, μου βεβηλώνουν και την θρησκεία μου και την πατρίδα μου και τα σύμβολα της.

Και αν δυο κυρίες δικηγορίνες αισθάνθηκαν προσβλημένες βλέποντας, την άνοιξη, την πρεμιέρα της παράστασης (την ίδια είδα και εγώ), έκαναν μήνυση και η Ιερά Σύνοδος χαρακτήρισε το έργο βλάσφημο και απαράδεκτο (που είναι ένα ποίημα για την αγάπη και την πίστη και τη δύναμη τους να υπάρχουν και να νικάνε ακόμη και ανάμεσα σε σκουπίδια, πέρα απ το χρόνο, τα έθνη, τις ράτσες, τα φύλλα), τότε προσβλημένη νιώθω και εγώ. Και θέλω τώρα να πάω να μηνύσω όλους όσοι μαζευτήκαν με τις σημαίες και τα ουρλιαχτά πίστης, με το μίσος τους να στάζει έξω από ένα θέατρο. Αυτοί είναι βλάσφημοι και απαράδεκτοι για τη δική μου πίστη.

Και να αφήσουν και τις σημαίες κάτω γιατί τις λερώνουν. Και όπως στους αρχαίους ήταν ιερό το θέατρο, έτσι και τώρα, να απομακρυνθούν απ το θέατρο Χυτήριο, γιατί βεβηλώνουν το ιερό άλλων. Μιας και η κατανόηση δεν πιάνει, μήπως πια νικηθεί η ηλιθιότητα με τα ίδια της τα όπλα;