Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα 
Σπάει ταμεία, βγάζει σκαμνάκια στους διαδρόμους, φεύγει κόσμος γιατί δεν βρίσκει θέσεις, 5000 άτομα την μέρα βλέπουν στο Δελφινάριο τον Σεφερλή και το χειμώνα έχει ουρές μέσα στο κρύο για τους φανατικούς του θεατές. Δεν είχε ποτέ την παραδοχή των διανοουμένων, των κραταιών, του κατεστημένου αν θέλετε, της θεατρικής κοινότητας. «Μη γίνεσαι Σεφερλής» έλεγαν δημοσιογράφοι ή γενικώς οι παροικούντες την θεατρική Ιερουσαλήμ, όταν επιθυμούσαν να καυτηριάσουν άστοχα αστεία.

Παραγωγές στην τηλεόραση από πολύ φτηνές, μέχρι αξιοπρεπείς και πολύ θέατρο. Λαϊκό θέατρο. Εκεί όπου η παγέτα και το φτερό και η Ουκρανή ψηλόλιγνη χορεύτρια συναντά τη πλάκα, το χοντρό αστείο, το καταδεκτικό αστεϊσμό. Συνήθως το κοινό, σπάει τα χεριά του στο χειροκρότημα στο τέλος με το Μάρκο να μη μπορεί να φύγει απ τη σκηνή. Και είναι «δικός» τους άνθρωπος. Κάνει μεν θέατρο, αλλά δεν διαχωρίζεται απ το κοινό του. Τους μιλά σαν ίσος προς ίσο. Είναι ένα άλλο θέατρο.
Μια κριτική του μέγα, του αναμφισβήτητου γνώστη του θεάτρου ως πράξη και ως λόγο και υψηλή τέχνη, Κώστα Γεωργουσόπουλου, ξενίζει τους κραταιούς, πυροδοτεί μετά το πρώτο ξάφνιασμα συζητήσεις αλλά βάζει τον Σεφερλή, στο τοπίο. Ακόμη το καλοκαίρι, λέγεται, πως η Χρύσα Ρώπα, πηγαία, ακομπλεξάριστη, θηριωδώς ταλαντούχα, τον πήρε τηλέφωνο για να συμμετέχει στην δουλειά του, μην υπακούοντας προφανώς και αυτή σε όρια ποιοτικού και εμπορικού γέλιου –αν υπάρχει τέτοιο πράγμα.

Οι ηθοποιοί ξέρουν πως τα κυκλώματα ανεβάζουν και κατεβάζουν αξίες, αλλά μερικές φόρες, υπολογίζουν χωρίς τον ξενοδόχο: το κοινό!   
Όσοι έκαναν πως αγνοούν τον Μαρκο Σεφερλή, για το χοντρό του χιούμορ, την πλάκα του, τη «λαϊκούρα» του στη θεματολογία, προέταξαν εύσχημα την πολιτική ανορθοξότητα του. Μα politically correct και χιούμορ πάνε; Απ τον Αριστοφάνη, που όρισε την κωμωδία, έως τις μέρες μας, οι πορδές, η βωμολοχία, το «κράξιμο», το σεξ, η θρησκεία και η πολιτική ως αντιθετικοί πόλοι, υπήρξαν πεδίο αστεισμού που κάθε άλλο παρά πολιτικώς ορθό είναι. Προσωπικά, δε γελώ με τα αστεία του, όμως σε επίπεδο παραγωγής θεατρικής δε κοροϊδεύει το κοινό του. Δεν υπολογίζει έξοδα. Προσφέρει υπερπαραγωγές σε επίπεδα που δεν υπάρχουν πια στο θεατρικό κόσμο της κρίσης. Πριν δυο καλοκαίρια, ενώ η ύφεση είχε ήδη κορυφωθεί και η κρίση έμπαινε στην καθημερινότητα μας, εφιαλτική και σαρκοφάγα, μαζί με την συνάδελφο Δήμητρα Δάδα, είχαμε συναντηθεί και μιλήσει με τον Μαρκο Σεφερλή για μια συνέντευξη που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Down Town.

Είναι ένας ευγενής, μετρημένος, σεμνός άνθρωπος. Αρετές που δείχνουν να απουσιάζουν από κωμικούς χαϊδεμένους του κοινού και του συστήματος προώθησης αξίων. Ο δε ναρκισσισμός που διακατέχει, ακόμα και συγκαλυμμένος, τους ανθρώπους που κάνουν δουλειές με τη μορφή τους, αυτό το «δείτε με – θαυμάστε με» στην περίπτωση του, απουσιάζει, απίστευτα και παράδοξα. Με εντυπωσίασε ακόμη η εργασιομανία του.

«Πηγαίνει στις 7 στο θέατρο, για να συγκεντρωθεί, να ετοιμαστεί. Φεύγει μετά και απ τον τελευταίο θεατή, αφού έχει υπογράψει αυτόγραφα, έχει μιλήσει, έχει ακούσει. Είναι 2.30 το ξημέρωμα. Κούραση, σπασμένο μέικ απ, ιδρώτας, καθρέφτες με ανελέητα, σκληρά φωτεινά λαμπιόνια μακιγιάζ γύρω τους, πεταμένα μωρομαντηλα για το ντεμακιγιάζ, ξεψυχισμένα κοστούμια και αναμαλισμενες περούκες, πούδρες, ντανες αυτόγραφα, μια εικόνα, ο γιος του φωτογραφία. Σπίτι του, θα γράψει μέχρι το πρωί. Κοιμάται λίγο. Πάντα λίγο κοιμόταν. Στην τηλεόραση έκλεβε ύπνο στους καναπέδες του καμαρινιού, όσο προλάβαινε μεταξύ μεταμφιέσεων. Μια φορά  κόλησαν οι ψεύτικες βλεφαρίδες στα βλέφαρα του και δεν μπορούσε να ανοίξει τα μάτια του» σημείωνα τότε στο περιθώριο της σύμβασης ερώτησης - απάντησης.  Λοιπόν; Είναι πολύ λαϊκός –με την κακή έννοια του όρου; Είναι cult; Είναι ο κολλητός του κοινού, που ζητάει μπροστινές θέσεις για να τον πειράξει ο «Μάρκος του»; Είναι ένα φαινόμενο που σπάει ταμεία, πάνω από μια δεκαετία; Η επιτυχία, λέγαμε ως κανόνα, τότε, στα περιοδικά, δεν κρίνεται! Μόνον αναλύεται! Θυμάμαι τις απαντήσεις του, πως, όχι, δεν τον αποκαλούν κ. Σεφερλή.

«Ευτυχώς, γιατί ακούγεται και παράξενα στα αφτιά μου. Δεν έχω απόσταση με τον κόσμο. Δεν είναι αυτή η σχέση μου σ αυτή την δουλειά με το κοινό. Και ούτε με τους συνεργάτες μου. Οι χορεύτριες, μόνο, στην παράσταση μου απευθύνονται στο πληθυντικό και λιγάκι μου κακοφαίνεται».

Για εκείνον η σχέση του με το κοινό είναι «πως απ τα πολλά χρονιά πια, που χειμώνα – καλοκαίρι είμαι στην σκηνή, καλά γνωριζόμαστε πια και ξέρουν πως δεν θα τους κοροϊδέψω. Είναι μια  μακροχρόνια σχέση αγάπης και λατρείας. Δεν θέλουν ένα θέατρο, μια κωμική παράσταση,  αλλά τον Μάρκο. Και το ανταποδίδω. Αυτή η αγάπη είναι αληθινή, δεν είναι δήθεν. Άλλωστε ο χρόνος σε αναδεικνύει. Δεν θυμίζει η σχέση μας, ηθοποιό και κοινό, αλλά μια παρέα με έναν στην μέση να λέει αστεία. Αυτό έκανα από μικρός, από πιτσιρικάς και αυτό κάνω. Έχω απλά μεγαλώσει την παρέα. Και ακόμη, ψάχνομαι συνεχώς. Δεν επαναπαύομαι επειδή το κοινό ήρθε και πέρισυ, θα ρθει και αυτή τη σαιζόν. Πάντα υπάρχει το παραπάνω». 

Ο Σεφερλής δεν είχε μάθει να βλέπει θέατρο και σινεμά. «Εγώ δεν είχα και όνειρο να γίνω ηθοποιός. Ήμουν πολύ καλός μαθητής, αριστούχος. Δεν πέρασα εκεί που ήθελα στις Πανελλαδικές και ήρθα από την Κόρινθο, για να γραφτώ στην ΣΕΛΕΤΕ, που δεν παρακολούθησα, δεν με ενδιέφερε. Η μάνα μου ονειρευότανε να γίνω γιατρός η δικηγόρος και πήγαινε και μου έπαιρνε αγαλματάκια, άλλα αν γινόμουν γιατρός -την κεφαλή της Υγειάς, τον Ιπποκράτη και τέτοια- και άλλα αν γινόμουν δικηγόρος -την Θέμιδα με την ζυγαριά, για παράδειγμα. Τα αγαλματάκια δε τα πέταξα. Τα βάζω στο θέατρο. Όταν κάνω τον γιατρό βάζω απάνω στο γραφείο τις κεφαλές της Υγείας και όταν κάνω τον δικηγόρο τις Θέμιδες με τις ζυγαριές».

Ο Μάρκος Σεφερλής ήταν παιδί και νέος ντροπαλός, σεμνός, πολύ συνεσταλμένος. «Βρήκα στο χιούμορ άμυνα για να κερδίζω τους άλλους γύρω μου. Κάποιος φίλος μου μίλησε για τη Δραματική. Πήγα στην σχολή της Μαίρης Βογιατζή Τράγκα ως ακροατής στην αρχή και τρελάθηκα. Θυμάμαι πήγα και αγόρασα το «Καλιγούλας» του Καμύ. Ξεκλείδωσα μέσα μου! Θαύμασα, εντυπωσιάστηκα! Πώς δικαιολογούσε τον ήρωα του! Μέχρι τότε  δεν είχα διαβάσει, δεν είχα δει θέατρο ή σινεμα. Δεν είχα πρότυπα λοιπόν. Ούτε παιδεία σ αυτόν τον τομέα. Μόνος μου, πήγα στα τυφλά, από κεραυνοβόλο έρωτα με το θέατρο, την Σχολή, τον Καμύ. Μετά ήταν ευκολία μου, αυτό που λένε στο θέατρο συναξάρισμα, ο αυτοσχεδιασμός, το λογοπαίγνιο, η ετυμολογία. Και έτσι, χορεύω χωρίς να έχω κάνει χορό η τραγουδώ χωρίς να έχω κάνει τραγούδι. Γουστάρω όμως, περνάω κι εγώ καλά και δεν το κάνω αναγκαστικά».

Τελείωσε την Σχολή. Οριακά. Με 5. Τελευταίος. Για αυτόν όμως, η κρίση κάποιων δεν είναι απαραίτητα  καθοριστική για μια καριέρα. Δεν κόβονται τα όνειρα. «Η ζωή σε αποδεικνύει» πιστεύει, «καμία επιτροπή, εύνοια, τύχη, ή γνωριμία». 
Και όσο για τα κυκλώματα που τον είχαν πάντα στην απέξω;«Τι είναι τα κυκλώματα; Οι παρέες; Δεν είναι κακές οι παρέες. Είναι ανθρώπινες. Κάποια πράγματα λειτουργούν μεταξύ παρεών, αλλά  εγώ δεν μπορώ να το παίξω αυτό το παιχνίδι. Δεν πάω στο γραφείο κάποιου να κάνω τον καλό, να τον γλείψω. Δεν θα σηκώσω το τηλέφωνο να μιλήσω με δημοσιογράφο, να ζητήσω κάτι, να τον κολακέψω. Και για αυτό έχω μια άνιση μεταχείριση από τον δημοσιογραφικό χώρο, ενώ απολαμβάνουν υπερπροβολής άνθρωποι με πολύ  μικρή πορεία. Εγώ θέλω να υπάρχω μέσα από την δουλειά μου. Δεν είμαι φαινόμενο της εποχής, λοιπόν, η κάτι περιστασιακό. Από το 1990 είμαι στο χώρο και από το 1995 παρουσίαζα στον ΑΝΤ1  «Το ταξί», που με έκανε γνωστό. Κάνω θέατρο κάθε χειμώνα και κάθε καλοκαίρι. Εγώ σέβομαι αυτόν πού επιλέγει να με δει και του θεατή η γνώμη με νοιάζει η όσων δημοσιογράφων με κοιτάνε στα μάτια και ας πούνε το κακό τους σχόλιο. Έλα δες την παράσταση μου και απόρριψε με».

Σαρκάζει, όμως και βγάζει γέλιο με τους γκέι, τους παπάδες, τις γυναίκες που αντιμετωπίζει με σεξισμό. Δεν τον νοιάζει που είναι τόσο politically uncorrected;
«Δε με νοιάζει, γιατί πολύ απλά,  δεν αισθάνομαι  ότι κάνω κάτι κακό» λέει, «δεν κάνω επίθεση. Σατιρίζοντας ένα παπά δεν σατιρίζω την θρησκεία και την πίστη, αλλά αν υπάρχει θέμα σκανδάλου στην εκκλησία δεν πρέπει εγώ να κάνω την δουλειά μου; Οι γκέι δεν υπάρχουν; Εγώ  θα κάνω πως δεν υπάρχουν; Θα τους εξαφανίσω; Δεν είναι ρατσιστικό αυτό; Ο Γιάννης Μπέζος έκανε τεράστια επιτυχία ως γκέι και κανείς δεν είπε τίποτα. Εγώ επειδή είμαι  ο Σεφερλής γίνομαι σημαία να με χτυπήσουν. Τύπους ανθρώπων κάνω και δεν παίρνω και θέση στις επιλογές του καθενός, ούτε κρίνω, ούτε χλευάζω. Και εν πάση περιπτώσει την δουλειά μου κάνω, ποιος θα μου ορίσει θεματολογία; Αυτό κάνε το, αυτό όχι;». 

Και ναι είναι λαϊκός καλλιτέχνης. «Είμαι και αισθάνομαι λαϊκός καλλιτέχνης και δεν με αφορά που κάποιοι χρησιμοποιούν τον όρο υποτιμητικά. Τιμή μου και καμάρι μου.
Οι συνάδελφοι μου, καταλαβαίνοντας την δουλειά μου, γνωρίζοντας τους κώδικες με αποδέχονται. Πικραίνομαι  όταν αισθάνομαι αδικημένος. Δεν κάνω κάτι κακό. Αυτό που προτείνω έχει αποδοχή από τον κόσμο και είμαι καλυμμένος. Αλλά αισθάνομαι αδικία. Εντάξει, δεν μπορούμε να αρέσουμε σε όλους, αλλά όταν η κριτική στο πρόσωπο μου, γίνεται  όχι για την δουλειά μου, αλλά για την ύπαρξη μου ολόκληρη και μόνον ε, δεν είναι ανθρώπινο, να με ενοχλεί; Οι καλλιτέχνες έρχονται και με βλέπουν στο Δελφινάριο και παραδέχονται την εργατικότητα μου και την αλήθεια μου. Οι συνάδελφοι είναι αλλιώς. Όλοι οι άλλοι, ας με απορρίψουν, αλλά αφού με δουν. Ο Τζίμ  Κάρει, είχε απαντήσει κάποτε, πως «αν είμαι ατάλαντος όπως λέτε και έχω κάνει αυτά που έχω κάνει, που να είχα και ταλέντο!». Το ίδιο απαντώ και εγώ. Για να είμαι, κύριοι, ακόμα πάνω στο σανίδι  κάποιος λόγος θα υπάρχει».  


Το εικονοστάσι του Μάρκου Σεφερλή
«Θα ακουστεί λίγο μελό, αλλά θυμάμαι τον πατέρα μου και την μάνα μου να δουλεύουν συνέχεια. Έφευγαν το απόγευμα και γυρνάγανε την άλλη μέρα το πρωί για να ξαναφύγουν. Η Κόρινθος δεν έχει νερό. Πουλάγανε νερό με το βυτίο. Νύχτα - μέρα. Νύχτα – μέρα. Δούλευαν. Μου λείπανε. Αλλά έπρεπε να μας μεγαλώσουν. Δεν φτάσανε σε στόχο ποτέ. Δεν μπόρεσαν να βγάλουνε λεφτά και να σταματήσουν. Ο αγώνας τους ήταν μόνο για επιβίωση. Ίσως επειδή έχω δει αυτούς να δουλεύω και εγώ τόσο. Ο γιός μου θέλω να γίνει καλός άνθρωπος, όσο καλό παιδί είναι. Να έχει συμπόνια, σεβασμό και να κάνει αυτό που πραγματικά θα τον κάνει ευτυχισμένο. Ευχαριστώ τους γονείς μου που δεν με σταμάτησαν από το θέατρο. Δεν τους άρεσε αλλά στάθηκαν στο πλευρό μου και οικονομικά -όσο μπορούσαν- και ηθικά. Ο πατέρας μου ήρθε στην πρώτη παράσταση που σκηνοθέτησα και έπαιζα με τον Σωτήρη Μουστάκα, σε κεντρικό θέατρο. Και ήταν στην πρώτη σειρά και  έκλαιγε...

Έβλεπε και έκλαιγε. Έβλεπε να έχω κάνει τα όνειρα μου αλήθεια. Και έκλαιγε που τα κατάφερα. Όταν πήρα το Δελφηνάριο, είχε πεθάνει. Μεγάλο καράβι, αυτό το θέατρο, μεγάλες οι φουρτούνες του. Είδα ένα όνειρο πως ήμουν στην κουίντες και πως κοίταζα κάτω στην πλατεία και ξαφνικά με σήκωσε ψηλά ένα χέρι και ήταν αυτός, ο πατέρας μου, και γέλαγε και με σήκωνε με το ένα του χέρι. Ξύπνησα και ένιωσα δύναμη. Αυτό θέλω να κάνω και εγώ για τον γιο μου. Να του δίνω πάντα δύναμη. Θα θελα, ακόμη, να γίνει ηθοποιός για να νιώσει ότι νιώθω εγώ κάθε βράδυ. Το χειροκρότημα και τα μπράβο. Αυτή την αίσθηση δεν την έχει άλλο επάγγελμα. Αλήθεια λέω…»…