Aπό την Αλεξάνδρα Τσόλκα

Στην μικρή αυλή των ΜΜΕ στην Ελλάδα, καλά γνωριζόμαστε οι δυο μας χρόνια πολλά, ακολουθώντας παράλληλους αλλά διαφορετικούς δρόμους. Παρακολουθούσα και έγραφα στα έντυπα, ενώ εκείνη όριζε, επηρέαζε, μορφοποιούσε την εικόνα της τηλεόρασης μπροστά απ τις κάμερες, χωρίς να φαίνεται ποτέ. Δούλευε με εξουθενωτικούς ρυθμούς, απίστευτα πολλές ώρες. Την ρουφούσαν οι οθόνες των κοντρόλ μέσα τους. Περνούσε σε αίθουσες συσκέψεων ζωή με τους ισχυρούς αυτής της χώρας, που βουτούσαν και λίγο στην δύναμη της τηλεόρασης, απορώντας τι να τους έλεγε, μικρή κοπέλα, εκείνη και πώς να τους αντιμετώπιζε. Μου φαινόταν σαν ένας σάρκινος άνθρωπος, που του ρουφούσε ενέργεια, όπως στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας, το αντιφέγγισμα, ο ηλεκτρισμός κάποια τεράστιας, αόρατης, αλλά πανταχού παρούσας, οθόνης. Όποτε συναντιόμασταν, σαν φίλες και άνθρωποι που αλληλοεκτιμούνται, ήταν σε χώρους χαμηλόφωνους, ήρεμους, με μικρούς θορύβους και ήταν εκείνη που μιλούσε λιγότερο. Και πάντα κοίταζε! Με ένα βλέμμα ανεξιχνίαστο, θλιμμένο ίσως, γεμάτο εικόνες σίγουρα, διαφοροποιημένο και αυτόνομο σε σχέση με τα χαμόγελα και τις λέξεις της. Καμιά 20αρια χρόνια μετά την πρώτη γνωριμία μας, διαβάζω ένα αντίτυπο του μυθιστορήματος, αρκετά πριν εκδοθεί. Κάτω απ τις γραμμές, πίσω απ τις σελίδες της, η ζωή της, οι ζωές μου, κάθε γυναίκας, εργαζόμενης, κάποιων ανδρών. Η τηλεόραση είναι το τοπίο, το φόντο που εκείνη γνωρίζει καλά. Η αλήθεια όμως, δεν εργάζεται, δεν «κτυπάει κάρτα», δεν κολλάει ένσημα πουθενά, παρά μόνο εντός μας. Και με αυτή την επίγνωση –και τον μακροσκελή πρόλογο- δεν μπορώ να μη την ρωτήσω:    

-Γιατί; Από ποια ανάγκη κάθισες και έγραψες βιβλίο; Εσύ είσαι ένας άνθρωπος της εικόνας, Διονυσιακός, όπως διαχωρίζει ο Ουμπέρτο Εκο…

«Θα ήταν πολύ εύκολη η ζωή, αν όλοι ήμασταν ένα πράγμα μόνο. Όμως στην πορεία της ζωής μας και αλλάζουμε και άλλα πράγματα ψάχνουμε, κάθε φορά, τόσο που και οι ίδιοι να ξαφνιαζόμαστε από τις μεταλλάξεις μας. Ήξερα πάντα, πως ακόμα και ανάμεσα στο πολύβοο, πολύχρωμο, θορυβώδη κόσμο της τηλεόρασης, υπάρχουν νησίδες απόλυτης μοναξιάς, ή έστω μιας μοναχικότητας, αναγκαίας για να ακούσεις τον εαυτό σου και να επεξεργαστείς τα ερεθίσματα των άλλων. Εγώ, αυτές τις στιγμές απόλυτης μοναξιάς, τις βίωσα σε όλο τους το μεγαλείο. Με τα χρόνια, σκέψεις, αισθήσεις, συγκρούσεις αν θες, φοβίες, άγχη, αγωνίες που δεν βγήκαν στην επιφάνεια, έχουν ανάγκη τις λέξεις για να εκτονωθούν. Αν δε βγουν θα πνίγεις σε ωκεανούς λέξεων, που δεν ειπώθηκαν. Για μένα αυτή ήταν η κάθαρση μου».  

-Υπήρξε δηλαδή μια νοητή, δική σου γραμμή που τραβήχτηκε; Είπες το «ως εδώ και μη παρέκει»;

«Αν και τα συναισθήματα δεν έχουν όρια, δεν έχουν τετραγωνικά να τα μετρήσεις σα γκαρσονιέρες, έχουν όμως αντοχές. Όταν άρχισα να σωματοποιώ τις αντοχές, κατάλαβα πως έπρεπε να προχωρήσω παρακάτω. Έτσι γεννήθηκε η μικρή Ευσταθία -  Μαρία. Το παιδί μου».  

-Είκοσι χρόνια στη τηλεόραση, αρχισυνταξία, διευθυντικές θέσεις, για μεγάλες περιόδους συνεχώς στέλεχος σε κάποιο κανάλι, ανιχνεύσεις και στήσιμο ταλέντων. Λοιπόν; Σήμερα, σου λείπει η τηλεόραση;

«Μου λείπει; Ελα ντε! Μου λείπουν στιγμές της! Η δημιουργικότητα σ αυτήν! Το να υπάρχει ιδέα και να γίνεται εικόνα. Μου λείπουν οι άνθρωποι της. Μου λείπει εκείνο το πάθος των ατόμων που έδιναν τα πάντα, τη ψυχή τους την ίδια, για ένα αποτέλεσμα. Φοβάμαι όμως πως τώρα, πια εκείνη τη τηλεόραση θα αργήσω να τη συναντήσω, ξανά. Τα χρόνια της αθωότητας είναι πίσω μας. Ξέρω πως αν επιστρέψω σ αυτήν θα είναι με συμβιβασμούς και αυτή είναι η αλήθεια».   

-Ήταν δύσκολο να τραβηχτείς μακριά απ την τηλεόραση; Κρατώντας πια αποστάσεις, είδες αλλιώς τον εαυτό σου, την «σιδηρά κυρία» της ψυχαγωγίας, από απόσταση;

«Μετά την αποχώρηση μου απ το Αλτερ, έδωσα μάχη με τον εαυτό μου, πάλεψα με τα κύματα, για να μείνω μακριά της και ξέρεις, Αλεξάνδρα; Έχω ανάγκη πάντα τη θάλασσα, έχω εικόνες μόνο με θάλασσες. Και δεν ξέρω κολύμπι, καν! Έφυγα σε ένα αποκορύφωμα της πορείας μου της επαγγελματικής. Υπήρξαν προτάσεις και εγώ έπρεπε, όφειλα στον εαυτό μου, να πω όχι. Ήθελα να ασχοληθώ με μένα. Ήθελα να νιώσω το μοίρασμα της μητρότητας και αυτό ήταν το πιο ενστικτώδες μέσα μου. Πάνω και πέρα απ όλα τα αλλά. Αν θες, αυτό που ένιωθα εγώ για τη μάνα μου, ήθελα να το νιώσει κάποιος και για μένα. Ήθελα να αγαπηθώ και να αγαπήσω όσο μόνο η μάνα και το παιδί της μπορούν».  

-Τι σε ευχαρίστησε και τι σε κούρασε αφόρητα σ αυτήν την πορεία τη δική σου στην τηλεόραση;

«Τίποτα δε με κούρασε. Όλα με βοήθησαν να πάω παρακάτω. Να βρω έναν άλλο πέρασμα στο δύσκολο δρόμο που κάθε φορά ανοιγόταν. Και έψαχνα πάντα το φως».  

-Για αυτό ο τίτλος του βιβλίο σου είναι «Ο πιο δύσκολος δρόμος»; Στην τηλεόραση όμως, δεν είναι περισσότεροι αυτοί που διαλέγουν τα εύκολα μονοπάτια;

«Είναι θέμα παιδείας. Και εδώ είμαι απόλυτη. Η παιδεία δεν έρχεται μόνο μέσα από πτυχία και τίτλους σπουδών, κανονιστικά, αλλά μέσα από παίδεμα προσωπικό, από αγωνίες και σκάψιμο ψυχής αλλά και από το μόρφωμα που η οικογένεια και το στενό περιβάλλον καταλήγουν. Ο πιο δύσκολος δρόμος είναι πάντα αυτός της αυτογνωσίας».
 
-Στο βιβλίο σου υπάρχει κάποιος ήρωας που είναι πιο πολύ απ όλους εσύ;

«Όλοι λίγο πολύ και κάποιοι ακόμα πιο πολύ! Ξέρεις και κάτι σχεδόν μεταφυσικό; Όταν προχωρεί αυτή η διαδικασία στο χαρτί, τότε, οι ήρωες που περιγραφείς αυτονομούνται σε κάποιο παράλληλο σύμπαν. Μερικοί σου είναι πιο συμπαθείς, αλλά όλοι κατανοητοί. Φυσικά τα όρια ανάμεσα στον ήρωα και στον συγγραφέα δίνουν πάντα τροφή στις εικασίες των αναγνωστών, όμως κανείς απ αυτούς, σε αυτή την νοητή σχέση, δεν μπορεί να υπάρξει μόνος του. Ούτε ο συγγραφέας, ούτε οι ήρωες».
 
-Μπορείς να μου πεις πολύ σχηματικά περίπου την υπόθεση;

«Σε παραπέμπω στο σημείωμα του οπισθόφυλλου, που λέει: «Μια διάσημη γυναίκα στο δρόμο της επιστροφής. Ο μύθος της. Η άνοδος και η πτώση μιας από τις πιο ισχυρές περσόνες της ελληνικής τηλεόρασης. Μια μεγάλη ιστορία επιτυχίας καμωμένη από τίποτα και φιλοδοξία, με αυτή ακριβώς τη σειρά. Μια φιλία. Από την αρχή της. Η φτασμένη σταρ κι εκείνη, η ανερχόμενη. Θα δεθούν οι δυο τους με αόρατες κλωστές συγγένειας σχεδόν για πάντα. Η ζωή είχε αποφασίσει να στήσει το παιχνίδι της...Και όλοι έλεγαν τι καλό παιδί που είναι! Θα τους έκανε μια μπουκιά αργότερα... Αυτή, που σιχαινόταν. Σιχαινόταν ακόμα και τις φάτσες των γονιών της. Η πορεία προς την κορυφή. Το σεξ. Οι χρήσιμοι εραστές. Τα μυστικά. Οι εξαρτήσεις. Οι προδοσίες. Το ψέμα. Κι όμως, κάποτε η μοίρα θα της έδειχνε με τον πιο αμείλικτο τρόπο πώς φέρθηκε σε άλλους, θα της καθρέφτιζε τη σκληρότητα και την υστεροβουλία της, χωρίς να τη λυπηθεί. Με όποιο κόστος, εκείνη θα έφτανε στο τελευταίο σκαλί. Τον εσωτερικό πάτο που θα έπιανε δεν τον γνώριζε ακόμη, μέχρι που... ".  

-Οι σταρ, τα πρόσωπα μπροστά απ τις κάμερες όπως οι δυο ηρωίδες σου, ξεφεύγουν ποτέ απ τον εθισμό της δημοσίας έκθεσης; Υπάρχει ελπίδα για τη σωτηρία της ψυχής τους; 

«Πάντα υπάρχει η σωτηρία, αρκεί να το ορίσουμε και να το θέλουμε. Το φως είναι πάντα εκεί και μας περιμένει. Από μας εξαρτάται αν θα το πλησιάσουμε. Όσον αφόρα στις ηρωίδες, ας το αφήσουμε στους αναγνώστες της Εβελίνας και της Μόιρας, των διαφορετικών αλλά δεμένων απ το τυχαίο και την φιλοδοξία ως συγγένεια, ηρωίδων αυτού του μυθιστορήματος…»…
 
-Αυτό είναι ένα βιβλίο για την τηλεόραση; Έχει υπαρκτά πρόσωπα ή απλά υπαρκτές καταστάσεις;

«Υπάρχει αλήθεια! Με ότι αυτό συνεπάγεται. Οι καταστάσεις είναι αυτές που βάζουν δυναμίτη στους ήρωες. Η Βαγγελίτσα – Εβελίνα υπάρχει γιατί μια σειρά καταστάσεων την έκαναν να υπάρξει. Αλεξάνδρα μου, για να μη λέμε ψέματα και στον κόσμο, ξέρεις πολύ καλά την ιστορία, τα πρόσωπα και τις καταστάσεις. Ήσουν συνοδοιπόρος και εμψυχωτής και σ αυτήν την προσπάθεια όπως και σε τόσες άλλες. Έχουμε δεθεί οι δυο μας με άλλες κλωστές συγγένειας και όχι αυτές των ηρωίδων του βιβλίου –για όνομα του Θεού… ».  

-Διάλεξε μου ένα απόσπασμα για το τέλος. Άσε μας μια γεύση από αυτές τις σελίδες…

«… Η Βαγγελίτσα τους μια μέρα απαίτησε να τη λένε Εβελίνα, και τους έπεισε, γιατί με τη γοητεία και τα κόλπα της τους έκανε ότι ήθελε. Και αυτούς και τους φίλους της. Ήθελε από μικρή να έχει τον πρώτο ρόλο σε όλα. Όμως η ζωή δεν είναι τηλεόραση. Και δεν την πιάνεις απ' όπου θες. Δεν της κάνεις «cut», ένα κόψιμο στο φιλμ, και πετάς απέξω κομμάτια ολόκληρα, ούτε τη μοντάρεις με την άποψή σου, αφήνοντας έξω ότι δε σε συμφέρει, ότι σε πονάει, σε χαντακώνει, σε αποκαλύπτει, σε ματώνει, σε ταπεινώνει…»…
 
*Το μυθιστόρημα της Ζήνας Κουτσελίνη, «Ο πιο δύσκολος δρόμος», κυκλοφορεί σήμερα, Δευτέρα 8 Οκτώβρη, από τις εκδόσεις «Νέα Σύνορα – ΛΙΒΑΝΗΣ» στα μεγάλα βιβλιοπωλεία όλης της χώρας.