LIFESTYLE

Tivictim: Μαλβίνα; Αν ήσουν εδώ θα άντεχες;

Δημοσίευση 6 Νοεμβρίου 2012, 21:04 / Ανανεώθηκε 27 Ιουνίου 2013, 14:55
Tivictim: Μαλβίνα; Αν ήσουν εδώ θα άντεχες;
Facebook Twitter Whatsapp

Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα

Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα


Η Μαλβίνα... Την σκέφτομαι πολλές φορές. Στα γενέθλιά της, στις εκλογές, άμα βλέπω όσους περιγέλαγε να είναι εξουσία σε κάθε φάση της ζωή μας, στη πολιτική, στο θέατρο που λάτρευε, στη δημοσιογραφία. Την σκέφτομαι όταν βλέπω ειδήσεις και πετάγομαι σα να μου 'πε δίπλα μου, ένα σχόλιο από αυτά τα αγαπημένα της, τα αλλοπρόσαλλα, τα εύστοχα, τα αξιοθαύμαστα για το που έφτανε το μυαλό της ώρες ώρες. Την σκέφτομαι όταν μιλάμε με τον Τάσο, τον Θάνο, την Νανά, τον Θανάση κι ας λέμε αλλά εκείνη την ώρα. Είμαστε ένα άλμπουμ της ζωντανό, που ήρθε κοντά ως πόζες σε φιλμ που εκείνη εμφάνιζε. Τη θυμάμαι να θέλει να γοητεύσει σα γάτα ακαταμάχητη, γουργουρίζοντας στο καναπέ. Σε ρόλο νοικοκυράς να περιποιείται άνδρα, σαν χανούμισσα. Να δέχεται φίλους μαγειρεύοντας πάντα σαν σεφ με πέντε αστέρια της Μισλέν.

Να ζηλεύει. Να είναι γενναιόδωρη. Να είναι μικρόψυχη. Να αγαπά με δύναμη. Να μισεί με δύναμη. Να έχει ένα μυαλό αλήτικο και συνάμα ακαδημαϊκό, αναρχικό και στρατιωτικού αξιωματικού, κοριτσιού στο Μπουρνάζι που διαβάζει γυαλιστερά φτηνά περιοδικά και σκέφτεται αν είναι της μόδας τα μίνι και της μεγαλύτερης αριστοκράτισσας που καταδέχεται να φορέσει μόνο στρατιωτικά αμπέχονα για να αποδομήσει τη μόδα. Γέλαω όταν θυμάμαι συνάντηση της με την Στάη, σε θέατρο. Η Στάη από Σανέλ και πάνω και εκείνη, τότε, να φοράει σάρι ινδικό και να απορεί στο διάλειμμα γιατί «η Έλλη ντύθηκε τόσο συμβατικά»;

Κάποτε πήγαινε στο πανεπιστήμιο στην Ελβετία, ντυμένη καραγκούνα. Πώς οι αφρικανοί, οι Ινδοί, οι άραβες φορούσε τις εθνικές στολές τους; Έτσι κι αυτή! Μια άλλη φορά πήγε στην εφημερίδα που δούλευε με το νυφικό. Γιατί; Για να δείξει έτσι πως ήθελε αύξηση και δεν είχε κάτι αξιοπρεπές να φορέσει. Η μεταμφίεση ήταν υπογράμμιση της καυστικότητας για τον κόσμο, κάνοντας καθρέφτισμα σε κοινωνίες και αποκριάτικα σουσούμια άλλων. Με την δική της εμμονή υπογράμμιζε το καρναβάλι γύρω της. Κάποτε, γιατί έτσι της, της ζήτησαν σε μια αυτές τις στήλες που μισούσε, μιας και πίσω δε κοίταζε ποτέ, μια φωτογραφία της παιδική. Έστειλε μια της κολλητής, της Άννας Αδριανού που ήταν γεννημένες και την ίδια μέρα. Γιατί Μαλβίνα; Ρώτησα. «Γιατί αυτή ένα ωραίο ροδαλό μωρό θέλουν να βάλουν εκεί, εγώ ήμουν άσχημο. Σάμπως ξέρουν;». Κορόιδευε.

Άντρες, φίλοι, σπίτια συνεχώς να αλλάζουν σα σταθμοί στη ζωή της, νύχτες, κούκλες ντυμένες νύφες, αγάπη για όμορφα παλιά αντικείμενα, αφορεσμοί, βιβλία, δικά της να γράφει ή άλλων να διαβάζει και να ερωτεύεται. Ο Μενέλαος της. Στο σπίτι στη Μητρόπολη, από πίσω, στη Πλάκα. Προς το τέλος έλεγε ιστορίες από τα παιδικά της χρόνια. Για τη μάνα της, το Αρσάκειο που μίσησε, τα τσαντίρια και τους γύφτους που ήθελε να φύγει μαζί τους και να φοράει μαντήλια στα μαλλιά και κλαρωτές φούστες, για τα πάρτι της τα παιδικά, τις σχολικές γιορτές που η Λένα Πλάτωνος έκανε τη Παναγία και εκείνης δε τη δίνανε ρόλο και κάποτε πήγε ντυμένη διαβολάκι –αποκριάτικα- και νιαούριζε στη φάτνη, νομίζοντας πως θα τη περάσουν για γάτα.

Κάποτε δε προλάβαινε να βάψει τα μαλλιά της, τα κοντά μαλλιά, τα μαύρα. Μου ζήτησε τη μάσκαρα μου. Γιατί; Για να τα βάψει με το πινέλο της. Από μέσα στη ρίζα, γυάλιζε το ξανθό.

Μισούσε την κοινοτυπία. Το προβλέψιμο. Το μιμητικό σε όλα. Μικρή βομβίστρια με λέξεις – μολότοφ να κάνουν έκρηξη στα τηλεοπτικά πλατό, μέσα στο άνδρο δηλαδή του κομφορμισμού. Ουσιαστικά αυτόνομη, σε ένα μικρό πριγκιπάτο άκρως κομουνιστικό και ολοδικό της, που το όριζε γύρω της. Εκεί που βασίλευε η γνώση, η ανάλυση, η ανατροπή και η μη παραδοχή. Εκεί που οι ασπίδες δεν έπεφταν ποτέ.

Παλιά δεν ήθελα καθόλου να γράφω, ή έστω να απαντάω ακόμη και σ' ερωτήσεις για εκείνη. Νόμιζα πως την πούλαγα, αυτή που εμένα και με πούλαγε και με αγόραζε στο λεπτό, σαν κατοικίδιο της. Κι όμως, τώρα, μιλάω με παιδιά νέα στη δουλειά, που δεν την ξέρουν. Την έχουν ακουστά μόνο! Εκείνη που έδειχνε τους πολιτικούς της χώρας και φώναζε «έξω πούστη απ' τη παράγκα». Εκείνη που όποτε έδειχνε πολιτικό παιάνιζαν οι φωνές παιχνιδιάρικιες των συνεργατών της «τσάμπα παν οι κώλοι μας». Εκείνη που έδειχνε τον τότε πρωθυπουργό και του φώναζε «κατάρα στο λαδέμπορο», τον βάφτιζε ΙΕΚ Τάπερμαν και τον άλλον της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Βουβαλόπαιδο. Και όλα αυτά που; Μέσα στο άβατο του πολιτικώς ορθού Μέγκα –για μεγάλο διάστημα!

Τώρα; Τι θα έβγαινε να πει σ ΄αυτόν τον συμβιβασμένο, «χαλασμένο» (αγαπημένη της λέξη για τις γυναίκες – γκόμενες), συνθηκολογημένο, προβλέψιμο κόσμο. Τον κόσμο που εκτός από τους πολιτικούς, οι καλλιτέχνες, οι διανοούμενοι, οι δημοσιογράφοι είναι πνευματικοί νάνοι; Λέω δε θ΄ άντεχε… θα κλείνονταν στο δωμάτιο της και θα διάβαζε Ράμφο. Θα με δέχονταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της –σπανίως μη φανταστείτε πως θα μ' αποζητούσε κιόλας- με τα μπορντό βελούδινα σκεπάσματα. Θα συζήταγε με τις ώρες με τον Μενέλαο για εικόνες. Θα τσακώνονταν με τον Τάσο. Θα θυμόταν με τον Θάνο τα λατρεμένα, διαφορετικά πρόσωπα που γνώρισαν από τη Χαλκίδα έως το Κολωνάκι σε μεταξύ τους διαδρομές. Δε θα βαριόταν. Θα σωπούσε, απλά. Θα άφηνε να κάνουν φασαρία, όσοι δεν είχαν –και δεν έχουν- ποτέ τίποτα να πουν. Θα εξαφάνιζε τις τηλεοράσεις της. Δε θα σήκωνε τηλέφωνα. Δε θα άντεχε. Δε θα τους άντεχε. Δε θα μας άντεχε…