Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα


Ο Γιάννης Μπέζος είναι ένας ιδιαίτερα αγαπητός ηθοποιός τουλάχιστον στο ευρύ κοινό και ίσως σε μια ομάδα των συναδέλφων του, που γενικά ως επαγγελματίες και καλλιτέχνες δε λατρεύονται ακριβώς μεταξύ τους, ούτε έχουν και καμία ιδιαίτερα ανεπτυγμένη συναδελφικότητα.
 

Ως πρωταγωνιστής έγινε κυρίως γνωστός από την τηλεόραση και τη συμμέτοχη στον επαναστατικό για την εποχή, ρόλο του Γιάννη, στους «Απαράδεκτους» της Δήμητρας Παπαδοπούλου. Συνέχισε με σειρές που πρωταγωνιστούσε ο ίδιος, πλέον, με αποκορύφωμα μια εκδοχή του «Εκείνες και εγώ» που υπήρξε θρίαμβος τηλεοπτικός του Κωνσταντάρα και κάποιες τηλεοπτικές οικογενειακές σειρές, εντελώς αμερικανικής αισθητικής και πραγματικότητας, με σκηνές σαν αυτές που το πρωί ξυπνάει η οικογένεια όλη και τρώνε πρωινό ανταλλάσοντας το φυστικοβούτυρο και το βούτυρο για το ψημένο ψωμί, λέγοντας συνεχώς «ευχαριστώ» και «παρακαλώ» ο ένας στον άλλον.

Στο θέατρο είναι γεγονός πως οι προσπάθειες του ήταν πάντα περισσότερο μεγαλόπνοες, όπως και οι κινηματογραφικές του συμμετοχές. Παρόλα αυτά στην τηλεόραση χρωστάει τη μεγάλη φήμη και το υψηλό κασέ, διότι κακά τα ψέματα, μια φορά και έναν καιρό, η ιδιωτική τηλεόραση αναδείκνυε κροίσους σε μια σεζόν.  

Ο πρωταγωνιστής πρόσφατα μίλησε το τηλεοπτικό περιοδικό TV Ζάπινγκ, για ένα θέμα, που αν δε κάνω λάθος πρώτος ο δημοσιογράφος – γνώστης όσο λίγοι του θεάτρου- Βασίλης Μπουζιώτης είχε αναδείξει, πως ο κ. Μπέζος θα αναλάβει το Εθνικό Θέατρο της χώρας.

Ο κ. Μπέζος, της «Κλινικής Περιπτώσεως» και του «Ευτυχισμένοι Μαζί», απαντάει για το θέμα λέγοντας πως, ναι «έχουν γίνει κουβέντες κι είναι κάτι που με ενδιαφέρει, αλλά για την ώρα τίποτα δεν έχει προχωρήσει και δεν είναι σίγουρο. Η θέση του διευθυντή της πρώτης κρατικής σκηνής μας, έχει απαιτήσεις πολλές και, αν τελικά μου ανατεθεί, θα έχω πάρα πολύ δουλειά μπροστά μου αλλά και πολλές επιθέσεις να δεχτώ». Ίσως γιατί είναι νωπή στη μνήμη μας η μορφή του να αναλαμβάνει τον διαφημιστικό φόρτο της κυβερνητικής πλέον, ΔΗΜΑΡ, αλλά και γιατί οι θέσεις στο Εθνικό έχουν βαριά κληρονομία και όχι τηλεοπτική.

«Έχω κάνει πολλή τηλεόραση, πάνω από είκοσι χρόνια. Και είχα την ευθύνη πολλών σειρών που έκανα, από το στήσιμο και τη διανομή μέχρι τα σενάρια και όλη την εικόνα τους. Τώρα θέλω να απέχω. Πόσο δε μετά την τροπή που πήρε η ιστορία με την Κλινική περίπτωση», διαχωρίζει τη θέση του με την τηλεόραση, που πράγματι, πια δεν έχει λεφτά, άλλα χρέη μόνο και συνεχίζει: «Είμαι πολύ στεναχωρημένος... Μπορεί να κάνω κάποιο γκεστ ή κάτι σε μίνι σειρά, κι αυτό αν προκύψει. Σειρά όπως έκανα μέχρι τώρα δεν θα κάνω πια! Αλλά τι να λέμε γενικά, όταν... ειδικά η τηλεόραση βρίσκεται στην κατάσταση που βρίσκεται πια; Τι;».
Μακάρι ο κ. Μπέζος να πάρει απόφαση την κριτική και τις «επιθέσεις» και να επιθυμεί να επιφορτιστεί τις «πιέσεις» της πρώτης σκηνής της χώρας, αφού η τηλεόραση βρίσκεται πια σε μια κατάσταση που να πεις «τι;» πια;

Για την ιστορία, το Εθνικό θέατρο της Ελλάδας, αποφασίστηκε να φτιαχτεί σε σχέδια Τσίλερ, στα 1880 με 10.000 λίρες Αγγλίας, που έδωσε ο ομογενής Ε. Ράλλης στον βασιλέα Γεωργία τον Α. Όλα τα χρόνια της λειτουργείας του απ το 1900 μέχρι τις μέρες του 2013, που ζούμε, έχει συνδέσει την ύπαρξη του με αυτή του ίδιου του ελληνικού λαού. Είχε νεκρούς για το γλωσσικό ζήτημα, αναβολές παραστάσεων για επιστρατεύσεις, κλεισίματα απ τη Κατοχή, τους πόλεμους, τις εθνικές καταστροφές. Σπουδαίοι άνθρωποι βρέθηκαν επικεφαλείς του σε διάφορες θέσεις. Ήταν διανοούμενοι, λόγιοι, σκηνοθέτες, άνθρωποι του θεάτρου και της υποκριτικής ταγμένοι ψυχή τε και σώματι σ αυτό. Ο Βλάχος, ο Γρυπάρης, ο Πολίτης, ο Σολωμός, ο Μινωτής, ο Καλομοίρης, ο Κατσέλης, ο Χουρμούζιος και πρόσφατα ο Κούρκουλος. Τώρα ο Χουβαρδάς με τις σπουδές στη περιβόητη Βασιλική Ακαδημία Τέχνης του Λονδίνου και δημιουργός του τόσο σημαντικού και πρωτοποριακού για χρόνια Αμόρε, είναι στο τιμόνι του θεάτρου που πλέει στις θάλασσες τις ταραγμένες της κρίσης, της εγκληματικότητας που βάζει το Εθνικό σε κλοιό λόγω περιοχής, του φόβου και της απελπισίας ενός λαού που ακόμα και όταν έχει καλοκαιριά χειμώνες ζει. Μπας και ψηλώσει λίγο ο νους και δροσιστεί η ψυχή μας.

Γιατί αυτό κάνει η τέχνη. Και όποιος μπορεί, ας την κάνει…