Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα
Έμαθα την ιστορία διαβάζοντας τη, από την πιο αγαπημένη μου συνήθεια στη δημόσια γραφή, τον Άρη Δημοκίδη. Εθιστικό το γράψιμο του, μαζί με τον καφέ και το τσιγάρο, βλέπω τον κόσμο όπως τον κοιτάει, όποτε δε διαβάζω τα βιβλία του στις κόρες μου. Πάντα συμφωνώ με τις θέσεις του, χωρίς να τις πολυσκεφτόμαι απλά γιατί έχω την αδυναμία, την συμπάθεια, αν θέλετε, στο πλάσμα που επικοινωνεί με τοπία αθωότητας και γράφει λέξεις χρωματιστές σε ιστορίες για παιδιά. Η συγκεκριμένη πάντως διεκτραγώδηση του, αφορά σε ενήλικες, συναδέλφους, με κοινές αγάπες για το τραγούδι και την ποίηση και τον στίχο. Λοιπόν ο Δημοκίδης παίρνει το έναυσμα απ το άρθρο άλλου εθιστικού γραφιά του Σπύρου Αραβανή. Αναφέρεται, λοιπόν, εκεί, πως το νέο «σουξέ» του Αντώνη Ρέμου, έχει τίτλο «Τα Σάββατα» σε στίχους Νίκου Μωραϊτη και σε μουσική Βασίλη Γαβριηλίδη και ο στίχος λέει:

«Σου λέω κοίτα με, μου λες δε θέλω
μα πως μπορείς να μη πιστεύεις πια στα θαύματα
τις άλλες μέρες το καταλαβαίνω
μα πώς μπορείς να μη με αγαπάς τα Σάββατα...
Πες μου πώς γίνεται να μη με αγαπάς τα Σάββατα;…» 

Ο κ. Αραβανής σημειώνει, λοιπόν, πως «Ο στίχος «Πώς γίνεται να μη με αγαπάς τα Σάββατα» έχει όμως τη δική του ιστορία που ξεπερνά τις ανάγκες ενός τραγουδιού λαϊκής κατανάλωσης και καψουρολαγνείας. Ξεπερνά τα υψωμένα χέρια των «πονεμένων» ακροατών των μπουζουκλερί, ξεπερνά την ψευτό-συναισθηματική απόγνωσή τους η οποία στο άκουσμα του στίχου -ειδικά αν είναι και Σάββατο οπότε θα ταυτιστούν απόλυτα...- θα ράνει με εκατοντάδες πανέρια λουλούδια τον Ρέμο μαζί με τον καημό της... Κάνοντας, λοιπόν, μια βόλτα στα Εξάρχεια θα συναντήσει κανείς σε έναν τοίχο -πολλούς μάλλον- το σύνθημα: «Δευτέρα το καταλαβαίνω. Αλλά Σάββατο; Γίνεται να μην μ΄ αγαπάς Σάββατο»;  Οι στίχοι, όμως δεν είναι κάποιου ανώνυμου δημιουργού, από τους δεκάδες που έχουν με τις ευφυείς τους εμπνεύσεις κατά καιρούς υπηρετήσει την Τέχνη του Δρόμου πού είναι τα συνθήματα και τα γκράφιτι. Οι στίχοι προέρχονται από το ποίημα «Γι αυτό» της γνωστής δημοσιογράφου-ποιήτριας Στέλλας Βλαχογιάννη από το βιβλίο της «Η θλίψη του σώματος» -εκδ. Μικρή Άρκτος 2003- και έχουν ως εξής:

«Αν ήταν Δευτέρα θα το καταλάβαινα, αλλά Σάββατο! Είναι δυνατόν να μη μ' αγαπάς Σάββατο»; 

Ο κ. Δημοκίδης με την σειρά του επικοινωνει με την δημοσιογράφο, ραδιοφωνική παραγωγό και -πολυτιμότερη ιδιότητα όλων- την ποιήτρια Στέλλα Βλαχογιάννη, ρωτώντας την αν θα κινηθεί δικαστικά. Η κ. Βλαχογιάννη με την σειρά της τονίζει πως:
«Η κυρία Βλαχογιάννη αρνείται να γίνει πάμπλουτη από τα σκουπίδια. Της αρκεί ότι είδε το φως της δημοσιότητας αυτή η αθλιότητα. Σας ευχαριστώ».

Ο Άρης Δημοκίδης επιμένει να έχει τη θέση και του Νίκου Μωραίτη, που ύστερα από σπουδές στην Νομική στην Ελλάδα και μεταπτυχιακά στην Ιαπωνία, είναι δημοσιογράφος, λατρεύει το ελληνικό τραγούδι και γράφει στίχους με συνεργασία ανάμεσα σ άλλους με τον Μητρόπονο, την Γαλανη, την Αρβανιτακη, την Πασπαλά για τραγούδια που λατρέψαμε. Ο κ. Μωραϊτης απαντά:

«Αγαπητέ Κύριε Δημοκίδη… Διάβασα το δημοσίευμά σας «Τα «κλεμμένα» Σάββατα του Αντώνη Ρέμου». Επειδή δεν είχα την ευκαιρία να σας εκφράσω τη θέση μου πριν από τη δημοσίευση του άρθρου ώστε να έχετε μία πιο σφαιρική εικόνα, θα ήθελα να σας ενημερώσω για τα εξής και παρακαλώ για τη δημοσίευσή τους:  

α.
Το κλείσιμο του ρεφρέν του τραγουδιού «Τα Σάββατα» είναι εμπνευσμένο από το γνωστό σύνθημα. Το έχω δηλώσει σε όλες τις συνεντεύξεις μου και, φυσικά, θα αναφέρεται και στο ένθετο του cd όταν αυτό κυκλοφορήσει. Δεν είναι η πρώτη φορά ούτε η τελευταία που ένα σύνθημα γίνεται τραγούδι ή το αντίστροφο.

β.
Το σύνθημα «Δευτέρα ok, αλλά Σάββατο; Γίνεται να μη μ' αγαπάς Σάββατο;» το είδα για πρώτη φορά σε έδρανο της Νομικής, όπου ήμουν φοιτητής την περίοδο 1991 – 1995. Έκτοτε έχει γραφτεί (σε παραπλήσιες εκδοχές) σε έδρανα, τοίχους σχολών και δρόμων πολλές φορές.

γ.
Το ποίημα του 2003, στο οποίο χρησιμοποιήθηκε η φράση του '90, δεν το γνώριζα και δεν το γνωρίζω. Φαντάζομαι ότι η δημοσιογράφος - ποιήτρια είχε δικαίωμα να χρησιμοποιήσει το σύνθημα, όπως άλλωστε το χρησιμοποίησα και εγώ. Τώρα, αν εμπνεύστηκε την ίδια ακριβώς φράση αγνοώντας ότι υπήρχε ήδη, είναι μία θεμιτή σύμπτωση. Σε κάθε περίπτωση το σύνθημα προϋπήρχε μίας ποιητικής συλλογής η οποία κυκλοφόρησε σε στενό κύκλο και δεν έγινε ευρέως γνωστή.

δ.
Κανείς δεν θα μπορούσε να γίνει «πάμπλουτος» από αυτή τη φράση πηγαίνοντας στα δικαστήρια. Αυτό όμως που μπορεί να καταφέρει είναι μία δημοσιότητα του βιβλίου του προκειμένου να περάσει σε έναν ευρύτερο κύκλο αναγνωστών.  Αυτά είναι τα πραγματικά περιστατικά. Από εκεί και πέρα, η ανθρωποφαγία και η διαπόμπευση είναι εύκολες οδοί, ιδίως όταν έχεις να χειριστείς έναν λαϊκό τραγουδιστή, μαγαζιά, ντάνες λουλούδια και ένα τραγούδι που γίνεται λαϊκή επιτυχία. Είναι εύκολο να αυτοαποκληθείς ποιητής, να αποκαλέσεις το μαζικό συλλήβδην «σκουπίδι», να ξύσεις τα ένστικτα μίας υποτιθέμενης «πνευματικής ελίτ» και να κινητοποιήσεις το μένος της.  Το μόνο που έχω να πω σχετικά είναι ότι πέρασαν δώδεκα χρόνια από την πρώτη μου δισκογραφική δουλειά για να δηλώσω –και πάλι διστακτικά- στιχουργός στην ερώτηση «τι δουλειά κάνεις;». Με εκτίμηση, Νίκος Μωραΐτης»…

Προσωπικά και πείτε με χαζή, όλοι οι παραπάνω –πλην του Ρέμου- χαίρουν του σεβασμού μου και της εκτίμησής μου. Τώρα η κ. Βλαχογιάννη και ο κ. Μωραΐτης μόνο συμπάθεια και κατανόηση θα έπρεπε να έχουν μεταξύ τους και όχι να ανταλλάσσουν σπόντες και κριτική ο ένας στον άλλον, γιατί και των δυο αγαπάμε τις λέξεις και τη δημόσια στάση τους, την χαμηλών τόνων και διαρκή προσπάθειά τους. Ένα στίχος που ξεκίνησε στο χαρτί, έγινε ποίημα, διαδόθηκε και υιοθετήθηκε σαν σύνθημα σε τοίχους, συνέχισε την διαδρομή του σαν τραγούδι σε ένα μεγάλο μεγάλο κοινό, αν μη τι άλλο έπιασε τον στόχο του. Δηλαδή τόπο στις καρδιές μας! Αυτό δε θέλατε όλοι;

Και αν ίσως το θέμα είναι η αποτίμηση του, άλλη θα ναι αυτή σε ένα ποίημα συλλογικά και άλλη αποσπασματικά στον πιωμένο καψούρη, που του περισσεύουν ευρώ να τα πετάει πανέρια στον μόνο κερδισμένο απ' όλη αυτή την υπόθεση τον Αντώνη Ρέμο! Προσωπικά και ο δρόμος και η επικοινωνία του και η λαϊκή καψούρα είναι του γούστου μου, απροκάλυπτη και ωμή και όχι ακουμπισμένη στην προστυχιά της μεταμφίεσης της σε κάτι άλλο απ' αυτό που είναι.

Με αυτό το σκεπτικό για παράδειγμα δε μου αρέσει ο Ρέμος. Γιατί το λαϊκό παιδί με φωνή για πάλκο και όχι για Μέγαρο Μουσικής, φόρεσε τα σινιέ, έκανε μαζικό το κοινό του και άρχισε να έχει συμπεριφορά Ρίκι Μάρτιν για παράδειγμα και όχι άρχοντα της πίστας Διονυσίου (και τα δυο παραδείγματα καμία σχέση δεν έχουν με τον κύριο που αναφέρουμε, φυσικά, αλλά προς χάρη της ζωντάνιας του κειμένου αναφέρονται).

Παρόλα αυτά, στις εποχές που ζούμε, πια, ούτε οι στιχουργοί θα γίνουν πλούσιοι, ούτε, πολύ περισσότερο οι ποιητές, που σε καμία εποχή δε έγιναν όχι πλούσιοι αλλά ούτε καν να ζουν από την τέχνη τους δε μπόρεσαν! Γι' αυτό οι άνθρωποι που έχετε την ικανότητα οι λέξεις σας να ακουμπούν ψυχές σα χάδι, είστε ευλογημένοι. Καλό θα 'ταν να είστε και αγαπημένοι! Άλλωστε συναισθήματα και λέξεις και παρατήρηση σας περισσεύουν για πολλές επιτυχίες είτε λογοτεχνικές, είτε εμπορικές. Και εμείς, που ίσως, δεν έχουμε το δικό σας περίσσευμα σε ταλέντο, σαν ιώδιο σε πληγές περιμένουμε την ποίηση σας. Ας σταθείτε στο ύψος του ταλέντου σας λοιπόν και της δικής μας υπαρξιακής σχεδόν, προσδοκίας και ας αφήστε τους τσακωμούς, που ούτε ακριβώς, οι γυμνές τραγουδίστριες των μπουζουκιών, κάνουν, για τη σειρά των ονομάτων στην μαρκίζα…