Την γνωρίσαμε μέσα από την μικρή οθόνη, όπου έκανε μεγάλη επιτυχία συμμετέχοντας σε δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές. Γρήγορα, όμως, κατάλαβε ότι αυτό δεν της αρκεί και αποφάσισε να επιλέξει τον πιο “δύσκολο” δρόμο, αυτόν του θεάτρου. Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ μιλά στο People του Πρώτου Θέματος και την δημοσιογράφο Ρομίνα Ξυδα, για τις  δύσκολες στιγμές που πέρασε, αλλά και για τον ρόλο της πόρνης, που ερμηνεύει στην παράσταση “Κόκκινα Φανάρια”.
Διαβάστε παρακάτω ένα μέρος της συνέντευξης της δημοφιλούς ηθοποιού.

- Πολύς κόσμος αναρωτιόταν που ήσουν όλο αυτό το διάστημα που μετρά αρκετά χρόνια απουσίας από τα τηλεοπτικά δρώμενα…

Ήμουν στο θέατρο αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τον πολύ κόσμο. Όσον αφορά στην τηλεόραση, έχω κάνει λίγες δουλειές που γνωρίζετε και κάποιες “πατάτες”. Κάποια στιγμή, μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας μέσα σ’αυτό το πράγμα, έβλεπα ότι δεν με έπαιρνε άλλο. Ήθελα να κάνω κάτι πιο απαιτητικό, πιο βαθύ και δημιουργικό. Αν συνέχιζα εκείνη την τηλεοπτική πορεία θα ήμουν ένα συμπαθητικό κορίτσι της τηλεόρασης, κάτι που δεν με ενδιέφερε στο παραμικρό. Έτσι, λοιπόν, έφυγα μόνη μου από αυτή την κατηγορία αναζητώντας κάτι διαφορετικό.

- Αυτό το διαφορετικό σε “αναγνώρισε” άμεσα;

Όχι, ούτε άμεσα, ούτε γρήγορα. Γι’αυτό το διαφορετικό ήμουν μια λαοπρόβλητη άλλης κατηγορίας, χωρίς τα στοιχεία του ποιοτικού. Χτύπησα πολλές πόρτες, οι οποίες είτε δεν άνοιγαν καθόλου, είτε ο “νοικάρης” τους μου έλεγε: “Σας ξέρουμε! Τι γλυκιά, τι καλή! Εμείς, όμως, εδώ κάνουμε κάτι διαφορετικό” και μου έκλεινε κατάμουτρα την πόρτα. Αυτή η απόρριψη κράτησε τρία με τέσσερα χρόνια.


- Και πως ζούσες όλο αυτό το διάστημα;

Με αέρα κοπανιστό και με τη βοήθεια των γονιών μου. Κοίταξε, εγώ έζησα στο πετσί μου όλη την γκάμα του καλλιτέχνη που βρίσκεται από το φως στο σκοτάδι, από τα ψηλά στα χαμηλά κι από τα πολλά στο τίποτα. Ωστόσο, δεν το μετανιώνω γιατί ήταν επιλογή μου, ζήτημα άποψης και θέμα δύναμης. Ήξερα πως το να περάσω από τα γλέντια της τηλεόρασης σε απαιτητικούς ρόλους του θεάτρου ήταν δύσκολο, αλλά δεν με ένοιαζε. Είπα ότι αυτό το έργο θα το δω όλο και έτσι όπως το φαντάζομαι, με τα δικά μου μάτια. Και το είδα…


- Πάμε στα “Κόκκινα Φανάρια”. Γιατί είπες το “ναι”;

Κατ’αρχάς επειδή είναι δουλειά του Ρήγου, με τον οποίο συνεργάζομαι άψογα τα τελευταία δύο χρόνια και του οποίου σέβομαι και θαυμάζω την άποψη για τα καλλιτεχνικά πράγματα. Στη συνέχεια, επειδή ήταν Εθνικό, που σήμαινε για μένα αποκατάσταση των πραγμάτων και τέλος, διότι ο ρόλος της πόρνης είναι ιδιαίτερα δελεαστικός. 


- Πόρνη γεννιέσαι ή γίνεσαι;

Νομίζω και τα δύο. Υπήρξε η Γκαμπριέλα που έγραψε και βιβλίο δηλώνοντας “γεννήθηκα πόρνη”, υπάρχει και η Μυρσίνη των “Κόκκινων Φαναριών” που υποστηρίζει ότι τίποτα δεν αξίζει περισσότερο από το τομάρι μας και υπάρχουν και εκείνες οι γυναίκες που γίνονται πόρνες και μάλιστα με πολύ βίαιο τρόπο. Γυναίκες πάρα πολύ πονεμένες, οι οποίες δεν έχουν διέξοδο. Από εκεί και ύστερα υπάρχει η πόρνη στο κορμί, η πόρνη στην ψυχή και η πόρνη στο μυαλό.


- Ποιο είναι για σένα το χειρότερο είδος;

Η πόρνη στην ψυχή. Αλλά να σου πω κάτι; Αυτές οι γυναίκες μου αρέσουν. Έχουν πολύ ενδιαφέρον και ιδιαίτερα για τους ανθρώπους εκείνους που δεν έχουν αφήσει ποτέ τα ένστικτά τους να λειτουργήσουν σαν άγρια θηρία. Οι πόρνες στην ψυχή είναι άγρια θηρία που σου λένε “μάγκα μου, με εμένα έχεις να κάνεις και με το τέτοιο μου που πλήρωσε πολλά. Είμαι και άντρας και γυναίκα μαζί”.


- Κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θα μπορούσες να γίνει πόρνη;

Δεν μπορώ να απαντήσω υποθετικά. Ωστόσο, πιστεύω ότι η συγκεκριμένη δουλειά έχει περάσει ως φαντασίωση από το μυαλό όλων των γυναικών, αλλά από την ωραιοποιημένη πλευρά της: να μας “πληρώσει” ο άντρας που θέλουμε, ώστε να εμφανιστούμε μπροστά του με το ιδανικό outfit και το ανάλογο χρώμα στη ζαρτιέρα. Κάτι σαν τη Τζούλια Ρόμπερτς στο “Pretty Woman” ή την Μελίνα Μερκούρη στα “Παιδιά του Πειραιά”. Ωστόσο, τη στιγμή που ένας άντρας θα τολμήσει να μας αντιμετωπίσει σαν πόρνες, είμαστε έτοιμες να του βγάλουμε τα μάτια.