Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα  
Κόσμος ντυμένος σε γιορτή. Σε γιορτή δυο σπουδαίων καλλιτεχνών που 36 χρόνια μετά την όλο πυροτεχνήματα να φωτίζουν σκοτάδια, συνάντηση τους, βρεθήκαν ξανά στην ίδια σκηνή, να τη γεμίζουν όλη και να δίνουν όπως τραγούδησε ο Κώστας Χατζής, «θαλπωρή», υμνώντας τη φωνή της Μαρινέλλας, την τόσο μαγική που φέρνει την «άνοιξη».

Δεν ξέρω πόσο εκτίμησαν τον Χατζή –μάλλον πολύ- εκείνον τον καιρό, αλλά είναι τόσο γέννημα αυτής της δικής μας εποχής, που θα έπρεπε να ήταν μεγάλη πρωτοπορία και επαναστάτης τότε, με όσο θρίαμβο ή κριτική και άρνηση αυτό συνεπάγεται. Προσωπικά χθες ανακάλυψα έναν καλλιτέχνη, με ροκ, λαϊκές, τσιγγάνικες, ρεμπέτικες, παραδοσιακές καταβολές να σμίγουν σε μια έκφραση που ήταν τζαζ, ήταν ραπ, ήταν ο πόνος του μπλουζ και το βογγητό των περιφρονημένων, των αποκλεισμένων, των περιθωριακών. Και μετά εκείνη! Να στέκεται, μωρέ παιδάκι μου και να μη παίρνεις τα μάτια σου από πάνω της! Να ανοίγει το στόμα και να βγαίνει μια φωνή, εκρηκτική ύλη, δυναμίτης συναισθημάτων, ψυχή με ήχο! Και να γίνεται όλη το τραγούδι της! Από τα μαλλιά της, τη στάση σώματος, την έκφραση του πρόσωπου, το στήσιμο της σπονδυλικής της στήλης, τα δάκτυλα της ως το πιο μικρό. Και τα χέρια της; Πάντα σαν αυτόνομοι χορευτές να την συνοδεύουν, πότε πουλιά, ποτέ λουλούδια, ποτέ αγκαλιά! Είναι το φαινόμενο κύρια Μαρινέλλα!

Οι δυο τους, αστειεύονταν, αυτοσαρκάζονταν, πειράζονταν. Και ξέρετε; Περισσεύει ανάμεσα τους, η σιωπηλή, όλο τρυφερότητα και βεβαιώσεις φιλία και εκτίμηση και γέμιζε το τεράστιο Παλλάς, η σχέση τους! Να ξέρει ο ένας, την ανάσα, τη μύχια σκέψη της άλλης και αυτό να γίνεται τέχνη.

Ο Φασουλής με μια ορχήστρα, δυο μεγάλους καλλιτέχνες, τους υπέροχους φωτισμούς της Ελευθερίας Ντεκώ, έφτιαξε μαγεία όλο χρώματα και φωτισμούς εξαϋλωμένους, με δεκάδες μικρόφωνα να γίνονται φαναράκια, άστρα, χρυσά μικρόφωνα, στολίδια ή πανό να ανεμίζουν σαν σύννεφα και σαν σκάλες για σκαρφάλωμα στον ουρανό. Ακόμη και τα φορέματα της κυρίας Μαρινέλλας ήταν φίνα κοστούμια στο σύνολο ενός θεάματος – ρεσιτάλ…

Και θυμάμαι σαν και τώρα, την εικόνα! Η μάνα μου –πόσο νέα!- και ο πατέρας μου –παρών στη γη, τότε και όχι απουσία- να φοράνε τα καλά τους, να πάνε να ακούσουν Χατζή –Μαρινέλλα! Αυτή; Η κυρία από τα μπουζούκια και τις μεγάλες πίστες και εκείνος η φωνή της φτώχειας και του περιθωρίου. Είχα ιλαρά και ήμουν σε σκοτάδια στο δωμάτιο μου. Φώναζα και έκλαιγα να μην πάει η μαμά μου, να μη μ΄αφήσει –δυο φόρες είχε κάνει να βγει σε όλα μου τα παιδικά χρόνια και εγώ να της τη χαλάω-! Να βγάλει το μάξι στο πράσινο χρώμα και τα παπούτσια με τους μεγάλους πάτους! Να καθίσει μαζί μου. Και κάθισε! Μετά πήρε τον δίσκο, που ήταν τριπλός, σε κόκκινο χρώμα και οι δυο καλλιτέχνες, προφίλ, αυτός με την κιθάρα του, με μαύρα μαλλιά καθιστός και εκείνη όρθια με ένα πουκάμισο και τα μαλλιά της φράντζες, λίγο πιο μακριά απ' τα συνηθισμένα της! Και όλο τον άκουγε! Και όλο τον άκουγε! Και μάθαινα και εγώ τα τραγούδια.

«Σύνορα η αγάπη, δεν γνωρίζει», «αντίο λοιπόν», «ξέρω πως δε θα ρθεις ξανά», «και ύστερα; Ύστερα; Μα δεν υπάρχει ύστερα»… άκουγα και χαράζονταν μέσα, με μια στάλα ενοχής που δεν την άφησα να πάει εκεί, εκείνο το βράδυ! 36 χρόνια μετά, οι στίχοι έχουν νόημα και σπαραγμό και τους ανακαλύπτω ξανά, περά από την οικειότητα τους, στο βάθος και στην ποίηση τους! Βουρκώνω –γαμώ το!- αλλά στο τέλος, έχει κι άλλους σαν εμένα και έτσι παρηγορούμαι, δίνοντας όρκο πως θα ξανάρθω με τη μάνα μου, να τους ακούσει επιτέλους και ας μη φορεί πια το πράσινο μάξι και τις πολύχρωμες πλατφόρμες!

Βλέπω διάσημους ανθρώπους να μέλανε στις κάμερες. Η Δανδουλάκη, να φυσάει με το ντύσιμο της, σαν εξώφυλλο βίρτσουαλ παρισινού περιοδικού μόδας, ο Γιώργος Παπαδάκης φορτισμένος από τους στίχους του Χατζή, ο Νίκος Χατζηνικολάου με την σύζυγο του Κρίστη Τσολακάκη, ο συγκινημένος Μίμης Πλέσσας με την Λουκίλα Καρέρ, ο ενθουσιασμένος κ. Μάτσας, η συγκλονισμένη από τις ερμηνείες που απολαύσαμε όλοι Νατάσσα Θεοδωρίδου, ο αγαπημένος υπερ – ταλαντούχος Αντώνης Λουδάρος! Φλας! Μικρόφωνα! Κανάλια!

«… μα εγώ έχω εσένα και εσύ εμένα και είναι αγάπη μας χρυσό πουλί, μα εγώ εσένα και εσύ εμένα, δυο που αγαπιούνται είναι πολλοί»… κρύα η νύχτα έξω…