Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα

Ο έρωτας πάντα. Η μουσική. Οι κοινοί συναισθηματικοί τόποι και οι αφετηρίες της αντιληπτικότητας μας για τους πιτσιρικάδες των 80s. Οι διαψεύσεις μας, οι μνήμες, οι τρυφερότητες μας. Ο Στέφανος Δάνδολος ακούμπησε στις λέξεις του τους ψιθύρους, τις φωνές, τα μυστικά και τις φοβίες μιας γενιάς. «Τελευταίος Κύκνος», «Νάρκισσοι και Κανίβαλοι», «Νέρων - Εγώ, ένας θεός»… και τέσσερα χρόνια απουσίας! Η επιστροφή του γίνεται με ένα βιβλίο στο είδος της «ιστορικής μυθιστοριογραφίας» και τις εκδόσεις «Ψυχογιός». Οι λέξεις και οι ιστορίες των ανθρώπων του, φεύγουν στον χρόνο, στις εποχές, στις χώρες του κόσμου πριν τις κοσμογονικές αναδιπλώσεις των καιρών και τις οικουμενικές τραγωδίες. 

«Η χορεύτρια του Διαβόλου». Μια μοιραία γυναίκα, τυλιγμένη στον μύθο και το μυστήριο της σαρκοφαγικής σχεδόν ομορφιάς της. Κοσμοπολίτικα σαλόνια, ηδονικά καμπαρέ, μυστικοπαθείς βιβλιοθήκες κοσμικών ή λεξιλάγνων συγγραφέων. Παρίσι, ξενοδοχείο Λουτεσιά, κρυστάλλινα ποτήρια, φωτεινοί πολυέλαιοι, θροΐσματα μεταξωτών ρούχων και αρώματα διαβόητων καλλονών. Νέα Υόρκη, Μπρόντγουέι. Τζαζ, ελευθερία ηθών, αθώος νέος κόσμος, με γκάγκστερ να γανώνονται αρχέτυπα στις σκιές της. Ντίβες ραγισμένες, κυνικοί διπλωμάτες, αστέρες του κινηματογράφου που είναι κατάσκοποι. Ο Έρρολ Φλυν, ο Στέφαν Τσβάιχ, ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Μυθικά περάσματα μέσα από τις σελίδες, φτιαγμένοι από χαρτί και σελιλόιντ, ινδάλματα και αναφορές πάντα του Δάνδολου στην αφήγηση του. Ο Ερνστ Φομ Ρατ, γραμματέας της Γερμανικής Πρεσβείας στο Παρίσι. Σε λίγο θα πέσει νεκρός από τις σφαίρες ενός νεαρού Εβραίου, για να ξεσπάσει στο Βερολίνο αυτό που έμεινε στην ιστορία ως η «Νύχτα των Κρυστάλλων». Το αβγό του τεράστιου βιβλικού Λεβιάθαν σχεδόν, φιδιού έχει επωαστεί. Η ιστορία γράφεται πάνω από ανθρώπους, ζωές, συναισθήματα, απογνώσεις και απελπισίες.

1907 έως 1945. Η περίτεχνη καθημερινότητα της Κωνσταντινούπολης, Ανατολή και Ευρώπη μαζί, αρώματα, Βόσπορος, μυστήριο, χρώματα όλο μεταφυσική και μυστικοπάθεια. Το καταμπλέ και πορτοκαλί Αιγαίο, η αγέρωχη και περήφανη υπό την αλοζονεία της αιωνιότητας της Αθήνα, το κυρίαρχο βροχερό Λονδίνο, η πράσινη σνομπ και ζωγραφιστή σχεδόν βρετανική επαρχία, η αξιοθαύμαστη Νέα Υόρκη να αγγίζει στα όρια της ύβρης τον ουρανό και το γκρι καφέ Ατλάντικ Σίτυ στην Αμερική, το Βερολίνο, οι Γερμανικές Άλπεις και τέλος –εκεί όπου καραδοκεί η κάθαρση για ήρωες και αναγνώστες του βιβλίου– το Εδιμβούργο, λίγους μήνες, μετά από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Και όμως! Στο περιθώριο του Αρμαγεδώννα και του κακού που ηγεμονεύει στον κόσμο, ένας έρωτας μπορεί να υπάρξει, τροπόσφαιρα και συνάμα αντιφατικά καταδικασμένος. «Είναι, άραγε, εφικτό να συναντηθούν δυο ψυχές, όταν η μία βρίσκεται ανατολικά του ήλιου και η άλλη δυτικά του φεγγαριού, όπως ερμηνεύει ο Άρθουρ Τρέισι στο κλασικό τζαζ τραγούδι»; Αναρωτιέται ο Δάνδολος ρίχνοντας μας ένα τυράκι ταύτισης πριν καν κυκλοφορήσει το βιβλίο του, το όλο ίντριγκα, ιστορία, πολιτική και έρωτα, στις 7 Φλεβάρη στα βιβλιοπωλεία.   

Τα τέσσερα χρόνια συγγραφικής σιωπής, δείχνουν να ήταν μια παρατεταμένη εγκυμοσύνη χωρίς ή με οδύνες για τον Στέφανο Δάνδολο, που οδήγησαν στη δημιουργία του πιο ωρίμου, περίπλοκου, σύνθετου από όλες τις εμμονές, τις συμπάθειες, τις αγωνίες του, που μοιραστήκαμε μαζί του και λατρέψαμε. Είναι αλήθεια έτσι;  

-Κάθε καινούργιο βιβλίο είναι το πιο αγαπημένο ή βρίσκεσαι ήδη στον επόμενό σου έρωτα;

«Κάθε καινούργιο βιβλίο απολαμβάνει τον καιρό του, όσο περισσότερο μπορώ. Δεν θέλω να περνώ γρήγορα σε κάτι καινούργιο. Εξάλλου το να γράφεις σημαίνει να κλέβεις χρόνο ακόμα και από την ευτυχία, οπότε ένας νέος έρωτας μπορεί να περιμένει. Στα πρώτα χρόνια της καριέρας μου, όταν τελείωνα κάτι, περνούσα σχετικά σύντομα στο επόμενο βιβλίο –πάει αρκετός καιρός που δεν μπορώ πια να το κάνω. Χρειάζομαι ένα επαρκές διάλλειμα για να γεμίσω τις μπαταρίες μου, να ανασυγκροτήσω τις δυνάμεις μου και το κυριότερο, να αποτινάξω από πάνω μου το τελευταίο βιβλίο. Έχω συνειδητοποιήσει πως αν δεν το κάνω, το πιθανότερο είναι ότι κινδυνεύω να ξεκινήσω να γράφω το ίδιο βιβλίο με άλλες λέξεις». 

-Ποιες πιστεύεις εσύ πως είναι οι κολώνες, τα θεμέλια, οι εμμονές και οι αγωνίες που σε κάνουν να γράφεις, να επανέρχεσαι και να μην ολοκληρώνεις τους λογαριασμούς με τις λέξεις και τις ιστορίες;

«Έχω καταλήξει πως η επίλυση των προβλημάτων που ανακύπτουν στο χτίσιμο μιας τόσο μακράς διαδικασίας όπως ένα μυθιστόρημα, αποτελεί την πιο γοητευτική πτυχή της δουλειάς μου, και κατ’ επέκταση ένα απαραίτητο συστατικό της ζωής μου. Ίσως ένα κομμάτι του εαυτού μου να έχει την ανάγκη να είναι κρυμμένο σε αυτή την χώρα που δεν βλέπουν οι άλλοι, σε αυτόν τον κόσμο που κατασκευάζω και για τρία-τέσσερα χρόνια έχει εμένα ως μοναδικό του κάτοικο. Αυτός είναι και ο λόγος μάλλον που έχω επιβραδύνει λίγο τους ρυθμούς μου. Παρότι ως διαδικασία δεν μου είναι πάντα ευχάριστη, το δημιουργικό όραμά της με ολοκληρώνει ως άνθρωπο. Η υπομονή, η διαρκής επανεξέταση, το να μην βιάζομαι να δημοσιεύσω αλλά να προχωράω αργά, μεθοδικά, με πλάνο και εμμονή στις λεπτομέρειες μιας ιστορίας, συνθέτουν το σύμπαν στο οποίο δεν μπορώ παρά να επιστρέφω πάντα». 

-Πιο πολύ αγαπάς τους ανθρώπους ή τις ιστορίες τους;

«Μόνο αν αγαπάς τους ανθρώπους μπορείς να αγαπήσεις και τις ιστορίες τους. Ο δικός μου κόσμος, βέβαια, είναι πλημμυρισμένος από λίγους ανθρώπους που αγαπώ πολύ και πραγματικά. Διότι δεν θα με χαρακτήριζα και ιδιαίτερα ανοιχτό τύπο. Όμως εξίσου αγαπώ και τους συγγραφείς, τα βιβλία. Κάθε φορά που ανοίγω ένα βιβλίο, αισθάνομαι πως κάνω μια νέα γνωριμία. Στα μάτια μου, τα βιβλία έχουν ψυχή, είναι άνθρωποι, φτιάχνεις σχέσεις μαζί τους. Δεν θα μπορούσα να ζήσω σε έναν κόσμο χωρίς βιβλία».

- Η «Χορεύτρια του διαβόλου» είναι κυρίως ιστορικό, πολιτικό, ή ερωτικό μυθιστόρημα για σένα;

«Θα έλεγα, ερωτικό. Γιατί παρότι η ίντριγκα των πολιτικών ζυμώσεων και της διεθνούς κατασκοπείας είναι πολύ έντονη από την πρώτη σελίδα, στα σπλάχνα της πλοκής σιγοβράζει ένας έρωτας πολύ μοιραίος και ιδιαίτερα τραυματικός, που διατρέχει με τέτοια υπόκωφη ορμή το έργο, ώστε μόνο στις τελευταίες εκατό σελίδες μπορείς να αντιληφθείς πεντακάθαρα ότι η τοιχογραφία της εποχής δεν ήταν παρά ένας καμβάς για να αναδειχθεί το πεπρωμένο δύο ανθρώπων που ενώ τα έχασαν όλα, δεν έπαψαν να αναζητούν τη δικαίωση του έρωτα. Γνωρίζεις, Αλεξάνδρα, πως η χρήση της Ιστορίας παρουσιάζει εξαιρετική ποικιλία στο σύγχρονο μυθιστόρημα και υπάρχει μια αφθονία ως προς τη διαχείριση του παρελθόντος στην αφήγηση. Στη «Χορεύτρια του διαβόλου» οι δύο πρωταγωνιστές, η Σολάνζ Νταλμόν και ο Τζον Γκίμπονς, ζουν στο περιθώριο της Ιστορίας, βιώνουν τις ζωές τους στο απομακρυσμένο βάθος των ιστορικών αλλαγών, πολλές φορές μην μπορώντας να κατανοήσουν τι ακριβώς συμβαίνει. Είναι ένα βιβλίο για την «υποκειμενική ιστορία», τη δική τους θέαση των πραγμάτων, ένα βιβλίο για την ουτοπία των οραμάτων του εικοστού αιώνα, και το μόνο που βγαίνει αλώβητο τελικά είναι το πάθος που σημάδεψε τη καρδιά τους».

- Γιατί τώρα; Γιατί σε αυτήν περίοδό σου, η επιλογή σου είναι να είναι πιο πολιτική και με ιστορικές αναφορές ακόμη και στην χρεοκοπία της Ελλάδας, το 1890, την άνοδο του φασισμού και του ναζισμού στην Ευρώπη και στον κόσμο, την άνοδο των Νεότουρκων και το τέλος των σουλτάνων ή τις μυστικές οργανώσεις και τον ρόλο τους στην ιστορία; Πιστεύεις πως είμαστε στο χείλος μεγάλων αντίστοιχων αλλαγών και καταστροφών ή είναι προσωπική σου ανάγκη για την αυτογνωσία σου στο καιρό ή μια ανάγκη της αφήγησης σου ουσιαστικά και απλά; 

«Το πρωταρχικό καύσιμο ήταν η ανάγκη μου να δώσω μια απάντηση στους ξένους που έπεσαν σαν κοράκια πάνω από τις στάχτες αυτής της χώρας, υπενθυμίζοντάς τους όλες εκείνες τις θηριωδίες στις οποίες προέβησαν εις βάρος τόσων κρατών στη διάρκεια του εικοστού αιώνα. Ήθελα να γράψω για το πώς οι Γερμανοί απέκτησαν τόση επιρροή στα Βαλκάνια στις αρχές του 1900, για το πώς ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ωφέλησε το εμπόριο και τις τράπεζες, για το πώς ο Χίτλερ γιγαντώθηκε με την ενθαρρυντική ανεκτικότητα των Άγγλων και των Αμερικανών, και φυσικά για το πώς η Ελλάδα δέθηκε με δάνεια στα τέλη της δεκαετίας του 1890, όταν οι οικονομικές της περιπέτειες ήταν καρμπόν με ό,τι ζούμε εμείς τα τελευταία τρία χρόνια. Δεν ξέρω αν είμαστε στο χείλος μεγάλων αντίστοιχων αλλαγών και καταστροφών. Εκείνο που ξέρω είναι ότι υπάρχουν πολλά πρότυπα για την Ιστορία, κάποια υποδείγματά της όμως παραμένουν αμετάβλητα. Αν χρησιμοποιήσεις όλα αυτά τα υποδείγματα σε μιαν αφήγηση, μπορείς να πεις πολλά πράγματα για το παρελθόν, που να αφορούν όμως και τη σημερινή πραγματικότητα. Το παρελθόν αντανακλά το παρόν – αυτό ήθελα να διατρέχει την «Χορεύτρια του διαβόλου».

- Οι άνθρωποι με πεπρωμένο κινούν τελικά τους μοχλούς της ιστορίας, ή οι λαοί ή τίποτα δεν αλλάζει, απλά μεταμορφώνεται;

«Νομίζω το δεύτερο. Απλώς βιώνουμε τις μεταμορφώσεις μιας επανάληψης. Εκείνο που συμβαίνει ωστόσο, είναι ότι η συλλογική Ιστορία καθορίζεται από μια σύγκρουση ανάμεσα στην επίσημη Ιστορία και στην Ιστορία που θα μπορούσε να έχει ειπωθεί. Όταν ασχολούμαστε με το παρελθόν, βλέπουμε συνήθως την εκδοχή που αφηγούνται οι δυνατοί, οι ισχυροί. Πέραν τούτου όμως, ενώ αφηγούνται τη δική τους εκδοχή, προσπαθούν να καταστείλουν όλες τις ιστορίες μιας εναλλακτικής προσέγγισης και αυτό μου φαίνεται ως μια σύγκρουση ανάμεσα σε μια Ιστορία που ανήκει στους ισχυρούς και σε μια Ιστορία που ανήκει στους ανίσχυρους, τους ασήμαντους. Ο Γκίμπονς στη «Χορεύτρια του διαβόλου» είναι ένα θύμα των ισχυρών, είναι ένας ασήμαντος άνθρωπος του εικοστού αιώνα που βρέθηκε στο σταυροδρόμι της επίσημης Ιστορίας και πούλησε τη ψυχή του στους ισχυρούς, νομίζοντας πως θα σωθεί. Ο ίδιος είναι μια αφήγηση από μόνος του, μια αφήγηση του εικοστού αιώνα, του αιώνα της πολιτικής και της οικονομίας. Αποτελεί μια εναλλακτική προσέγγιση της Ιστορίας των καιρών μας».

-Έρωτας, θάνατος, θεός, γέννηση! Υπάρχει κάτι άλλο για να γραφούν οι συγγραφείς;

«Αμφιβάλλω. Αυτά είναι τα βασικά θέματα. Ιδιαίτερα ο θάνατος και ο έρωτας. Δεν υπάρχει μεγάλο έργο στην Τέχνη που να μην το στοιχειώνει ο θάνατος. Ακόμα κι αν δημιουργήσεις κάτι που είναι ένας ύμνος στη ζωή, στην πραγματικότητα δεν κάνεις τίποτε άλλο, ως δημιουργός, από το να ξορκίζεις τον θάνατο».

-Άλλαξες εκδοτικό οίκο. Βρίσκεσαι πλέον στις εκδόσεις «Ψυχογιός». Σηματοδοτεί αυτή η αλλαγή και άλλες στην αφήγησή σου, στη θεματολογία σου, στη συγγραφική σου υπόσταση;

«Δεν σηματοδοτεί τίποτε άλλο πέρα από έναν νέο κύκλο, που τον είχα ανάγκη. Και χαίρομαι που στις εκδόσεις Ψυχογιός με υποδέχτηκαν με τόση ζεστασιά και ενθουσιασμό – ήταν κάτι που με αναπτέρωσε. Η συγγραφική σου υπόσταση όμως δεν μπορεί να αλλάξει από το εκδοτικό περιβάλλον. Ένας συγγραφέας οφείλει να καταπιάνεται με αυτά που τον απασχολούν και ένας εκδοτικός οίκος οφείλει να έχει άποψη για το να του αρέσει ένα βιβλίο ή όχι ώστε να το εκδώσει ή να μην το εκδώσει. Ένας πετυχημένος γάμος βασίζεται στη χημεία, όχι στις αλλαγές που θα αναγκαζόταν κάποιος να κάνει».

-Είσαι παντρεμένος με μια από τις διασημότερος καλλονές της εποχής, την Κάλλι Τσιλίδου. Δεν είναι πολύ συμβολικό το η «ωραία και ο διανοούμενος»; -πράγμα που δεν σημαίνει, για όνομα πως και εσύ δεν είσαι εμφανίσιμος. Οι έρωτες είναι εν τέλει συμπληρωματικοί ή παραπληρωματικοί, στις ζωές μας;

«Όταν διάβασα για πρώτη φορά –ήταν στον τίτλο ενός περιοδικού– τη φράση «Η ωραία και ο διανοούμενος», ένιωσα πολύ άβολα, μάλλον επειδή και η Κάλλι και εγώ παραείμαστε αμήχανοι απέναντι σε τέτοια κλισέ. Δεν παντρεύτηκα την Κάλλι επειδή είναι ωραία και δεν με παντρεύτηκε επειδή είμαι διανοούμενος. Ζούμε πολύ ήσυχα, μακριά από όλο αυτό το πανηγύρι που ονομάζεται «σόου μπιζ», και δεν υπήρξαμε ποτέ από τα ζευγάρια που επιδιώκουν τη προσοχή. Είμαστε και οι δύο άνθρωποι χαμηλών τόνων, που παλεύουμε να επιβιώσουμε σε μια δύσκολη εποχή, και ζούμε στη πραγματικότητα, όχι σε λεζάντες φωτογραφιών. Και για να σου απαντήσω, ο έρωτας είναι το μαγικό καύσιμο της ζωής, αλλά το πραγματικό δώρο προκύπτει μόνο όταν ο έρωτας μετουσιώνεται σε αληθινή αγάπη. Και αισθάνομαι αφάνταστα τυχερός που το βιώνω». 

-Από τα βιβλία μόνο δε μπορούσε να ζήσει ένας συγγραφέας προ κρίσης. Τώρα; Τα οικονομικά περιθώρια είναι ακόμη περισσότερο στενεμένα, ή οι άνθρωποι βρίσκουν καταφύγιο στην λογοτεχνία;

«Δυστυχώς η Ελλάδα παραμένει μια από τις χώρες με χαμηλό δείκτη ανάγνωσης και αυτό κάνει τη δουλειά μας ολοένα και πιο δύσκολη. Και εκείνο που με θυμώνει πιο πολύ από όλα, είναι το πώς έχει απαξιωθεί γενικά από οικονομικής πλευράς η γραφή. Οι περισσότεροι συγγραφείς βγάζουν ελάχιστα χρήματα από τα βιβλία τους, άλλοι καθόλου, οι μεταφραστές πληρώνονται ψίχουλα, εκατοντάδες δημοσιογράφοι είναι άνεργοι κι όταν τους ζητούν ένα κομμάτι είναι συνήθως χωρίς αμοιβή. Είναι πραγματικά τραγικό. Έχουν φτάσει κάποιοι να ανεβάζουν ολόκληρα μυθιστορήματα στο Ίντερνετ και να τα διαθέτουν ελεύθερα, αποσκοπώντας στην ηθική αποζημίωση. Εκεί τους έχει οδηγήσει όλη αυτή η αδιαφορία. Ζούμε σε μια χώρα στην οποία ευδοκιμούν τα μπαράκια και το παγωμένο γιαούρτι, όχι ο πολιτισμός.  Μου τη σπάει τόσο πολύ όλο αυτό και με θλίβει. Για μένα κάθε λέξη πρέπει να πληρώνεται. Δεν μπορεί να είμαστε δεδομένοι για κανέναν. Πουλάς δέκα αντίτυπα; Πρέπει να πληρωθείς για δέκα αντίτυπα. Μακάρι να πουλήσεις πενήντα και να πληρωθείς για πενήντα. Αλλά, ειδικά στην εποχή μας, πρέπει να διαχειρίζεσαι τη τέχνη σου με μια στοιχειώδη δόση επαγγελματισμού. Και στην Ελλάδα αυτό παρεξηγείται».

-Στέφανε; Θα ακουστεί βλακεία και ίσως απλοϊκή ερώτηση, αλλά… γιατί γραφείς; Γιατί επιλεγείς να κάθεσαι στη σιωπή, στη μοναξιά, υπακούοντας σε ένα προγραμματισμό με πολλές ώρες και να γράφεις; Γράφει κάποιος από υστέρημα ή από περίσσευμα;

«Να σου εξομολογηθώ κάτι, Αλεξάνδρα; Δεν γράφω πια από υπαρξιακή ανάγκη, όπως τα πρώτα χρόνια που πάλευα να ανακαλύψω τον εαυτό μου και να επουλώσω κάποια κενά μέσα μου. Νομίζω πως εκείνο που με κατευθύνει πιο έντονα από οτιδήποτε άλλο, είναι η λαχτάρα μου να αφηγούμαι ιστορίες. Δεν ξέρω αν είναι υστέρημα ή περίσσευμα. Αυτό που έχω συνειδητοποιήσει όμως είναι ότι με γοητεύει το χτίσιμο ενός κόσμου από το μηδέν. Στις αρχές της καριέρας μου όλα ξεκινούσαν από το τι ένιωθα και η ιστορία έπαιρνε το δρόμο της μέσα από τις αντανακλάσεις του δικού μου ειδώλου. Ωριμάζοντας, αυτή η ανάγκη εξατμίστηκε, το δικό μου είδωλο έχει ξεθωριάσει αισθητά –πουθενά στη «Χορεύτρια του διαβόλου», ας πούμε, δεν θα βρεις κάτι που να παραπέμπει σε μένα. Με άλλα λόγια, νιώθω πως το μεγάλο στοίχημα είναι η άρτια δόμηση μιας πολύ καλής ιστορίας. Ακόμα και ο «Τελευταίος κύκνος», που αναφέρεται σε μια εποχή την οποία έζησα πολύ έντονα, γράφτηκε μέσα από το πρίσμα μιας δυνατής ιστορίας και η ευχαρίστησή μου ήταν που την συνέλαβα και την αφηγήθηκα. Αυτό προέχει. Να αφηγούμαι ιστορίες που με ικανοποιούν και να αισθάνομαι πως αυτές οι ιστορίες έχουν πολλά να πουν σε αυτό το υπέροχο, γλυκό είδος ανθρώπου που ονομάζεται «αναγνώστης».   

-Αν σου ζητούσα ένα απόσπασμα ενδεικτικό του βιβλίου σου, πριν κυκλοφορήσει, ποιο θα διάλεγες, για να αφήσουμε τους αναγνώστες με τη γεύση του ταξιδίου στο χρόνο και στο χώρο και στις ζωές των μοιραίων ηρώων σου;

«Ίσως μια καλή πρώτη γνωριμία με τους δύο καταραμένους ήρωες μου να είναι το απόσπασμα στο οποίο ο Γκίμπονς αφηγείται, με πόνο ψυχής, τη δική του γνωριμία με τη γυναίκα που έμελλε να σημαδέψει τη ζωή του. Λοιπόν, κλείσε τα μάτια, ταξιδεύουμε στα 1908, ο αφηγητής βρίσκεται σε ένα νησί του Αιγαίου με την αποστολή να σκοτώσει το μοναδικό πλάσμα που αγάπησε ποτέ, μια μυστηριώδη κατάσκοπο που τον έφερε στο χείλος του γκρεμού, την διαβόητη Σολάνζ Νταλμόν, την χορεύτρια του διαβόλου». Και γράφει για κείνην:

Όλα ξεκίνησαν από μια ψευδαίσθηση. Εκείνη τη μέρα πριν από έντεκα μήνες στο Μαριμπάρ, μου φάνηκε ξεβρασμένη σαν μισοπνιγμένο εξωτικό πουλί, με το φτερό της τσακισμένο. Την είχα, βέβαια, πρωτοδεί στο λιμάνι την άνοιξη και η ονειρική μορφή της έμελλε να στοιχειώσει την ύπαρξή μου. Ωστόσο, ήταν το αυγουστιάτικο δειλινό της γνωριμίας μας που γέννησε μέσα μου την τρομαχτική αυταπάτη ότι η διάσημη χορεύτρια του Μουλέν Ρουζ, που στη φαντασία μου έμοιαζε με λαβωμένο πουλί, περίμενε σε όλη της τη ζωή κάποιον σαν εμένα για να ανακαλύψει την πραγματική αξία του έρωτα.

Αυτό, φυσικά, είναι το ημερολόγιο του θανάτου μου και όχι κάποιο ενθύμημα αισθηματικής φύσεως. Ούτως ή άλλως, δεν έχω το χρόνο να αναλωθώ σε λυρικούς στοχασμούς. Το καθεστώς του Χαμίτ πρόκειται πολύ σύντομα να ανατραπεί και μαζί με την Σολάνζ και τον Γουίλμπορν θα πεθάνει και ο εαυτός μου όπως τον ξέρω μέχρι σήμερα. Εντούτοις, όσο βυθιζόμαστε στην καρδιά του σκότους τόσο πιο έντονα αισθάνομαι την ανάγκη να ξεδιαλύνω τα βήματα που με οδήγησαν σε αυτό τον κόσμο από άμμο και ομίχλη. Έτσι, δεν είναι τυχαίο, υποθέτω, που επιστρέφω σε κείνη την μέρα. Όλα όσα θα έφερναν τα πάνω κάτω στη ζωή μου τους επόμενους μήνες, χρωστούν την ύπαρξή τους στο παραλήρημα της ανόητης καρδιάς μου. Αν δεν είχα πέσει τότε τόσο πρόθυμα στα δίχτυα της, ούτε θα έφτανα να κινδυνεύω από τους φονιάδες του σουλτάνου ούτε θα βρισκόμουν σήμερα σε αυτόν τον ανεμοδαρμένο τόπο, επιφορτισμένος με την αποστολή να μεθοδεύσω μια δολοφονία και μιαν εξαφάνιση.