Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα
Είναι παλιό νέο, αλλά παραμένει θλιμμένο. Την πόρτα της εξόδου από τα Νέα, είδε, όπως γράφτηκε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, καθώς του ανακοινώθηκε η απόλυσή του. Αρθρογραφούσε στα «Νέα» από το 1959! Από το 1959! Ξέρουμε όλοι, εδώ και καιρό πως η εποχή, δεν ευνοεί τους γραφιάδες, τους μόνιμους αγαπητικούς των λέξεων και τις σκέψεις που αυτές φυσικά εγείρουν. Η εικόνα πολλές φορές δε θέλει σκέψη. Είναι έντονη και χειραγωγεί συναισθήματα, γαργαλάει, ξεγελάει, υποβάλλει. Και θυμάμαι ένα περσινό κείμενο, για ένα βιβλίο που είχε ξεχωρίσει ο Mr. Arkadin, κατά κόσμον Νίκος Κ. Φωτάκης και μετά ο Άρης Δημοκίδης και που μίλαγε για την εποχή μας, την αλήθεια του καθενός μας, ένα τέλος εποχής που αν δε προσαρμοστούμε θα χαθούμε μαζί με τις διαφορές μας ο καθένας στην παρατήρηση του κόσμου και το υποκειμενικό ξεδιάλεγμα της αλήθειας.

Η φράση – σκαμπίλι ρεαλισμού! Για τους δημοσιογράφους – γραφιάδες, πως «ήμαστε κάτι σαν τους καπελάδες ή τους κατασκευαστές καμτσικιών: η εποχή μας είχε τελειώσει». Το γράψε η Τζίλιαν Φλιν στο βιβλίο της «Το κορίτσι που εξαφανίστηκε» (εκδόσεις: Μεταίχμιο, μτφρ: Βάσια Τζανακάρη)…

«Κάποτε ήμουν δημοσιογράφος. Έγραφα για τηλεόραση και ταινίες και βιβλία. Τότε που οι άνθρωποι διάβαζαν ακόμη έντυπα, τότε που όλοι νοιάζονταν για τη γνώμη μου. Είχα έρθει στη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του '90, στην ύστατη πνοή των ένδοξων ημερών, μόνο που τότε κανείς δεν είχε ιδέα. Η Νέα Υόρκη ήταν τίγκα στους γραφιάδες, κανονικούς γραφιάδες, γιατί τότε υπήρχαν περιοδικά, κανονικά περιοδικά, πολλά περιοδικά. Ήταν η εποχή που το ίντερνετ το φύλαγαν ακόμη στην άκρη του εκδοτικού κόσμου σαν κάποιο εξωτικό ζώο - του πετούσαν λίγες κροκέτες, το κρατούσαν από το λουρί και το κοίταζαν όπως χόρευε, αχ, τι χαριτωμένο, σίγουρα δεν θα μας σκοτώσει το βράδυ που θα κοιμόμαστε. Σκεφτείτε το: Μια εποχή που πιτσιρικάδες οι οποίοι μόλις είχαν τελειώσει το πανεπιστήμιο έρχονταν στη Νέα Υόρκη και πληρώνονταν για να γράφουν. Δεν είχαμε ιδέα ότι ξεκινούσαμε καριέρες που μέσα σε μια δεκαετία θα εξαφανίζονταν. Δούλευα επί έντεκα χρόνια, και μετά ξαφνικά δεν δούλευα - τόσο απότομα και γρήγορα έγιναν όλα. Σ' όλη τη χώρα τα περιοδικά άρχισαν να κλείνουν το ένα μετά το άλλο, υποκύπτοντας σε μια ξαφνική αρρώστια που έφερε η χρεοκοπημένη οικονομία. Οι γραφιάδες (όλων των ειδών: φερέλπιδες μυθιστοριογράφοι, αναλυτικοί στοχαστές, άνθρωποι που το μυαλό τους δεν δουλεύει αρκετά γρήγορα για να μπλογκάρουν, να λινκάρουν, να τουιτάρουν, κυρίως πεισματάρηδες φαφλατάδες γέροι) είχαν ξοφλήσει...»...

Το απόσπασμα γνώρισε αναδημοσίευση και ταυτίστηκε μαζί του ο κάθε δημόσιος γραφέας, που έβλεπε την εφημερίδα του ή το περιοδικό του να κλείνει, ή να μην τον χρειάζεται πια. Στον κατάλογο πια, προστίθεται και η Ημερησία. Και οι τίτλοι όταν παύουν να υπάρχουν, είναι ζυγισμένοι λόχοι από πίσω, άνθρωποι με μετέωρη απελπισία και αμηχανία. Και αυτή την γαμη@@νη αίσθηση πως δεν χρειάζεσαι. Πως είσαι περιττός, ξεπερασμένος απομεινάρι μιας άλλη εποχής, σαν καπελιέρης, σαν κατασκευαστής καμτσικιών, σαν σαμαράς ή γανωματής, ίσως…

… Σε φόντο ζωών ο θόρυβος. Οι αλήτες και οι ρουφιάνοι. Η απλούστευση και η γενίκευση. Η κάθαρση από τους φορείς του ιογενούς life style, ενώ οι κύριοι εκπρόσωποι του αναβαπτίζονται σε κυκλωματικές και παρεϊστικες κολυμβήθρες ενός Σηλωάμ διαπλεκόμενου όσο οι άλλοι διασύρονται σαν «χουντικοί» στην μεταπολίτευση προς σκύλευση στα απανταχού social media.
Και η πικρία. Και η ακύρωση. Και η αίσθηση του μάταιου. Εδώ κοτζάμ Παπαδόπουλος και περνά μετά από δεκαετίες από το λογιστήριο! Και εμείς τι; Ανάσταση προσωπικών, πριβέ εντελώς νεκρών προσδοκούμε;

Να κάναμε ίσως κάτι άλλο; Τι; Και νάτος, ξετρυπώνει σαν μνήμη ο γραφιάς του Καρυωτάκη:
«…Ἀπόκαμα, θολώσανε τα μάτια μου και ὁ νοῦς,
ὅμως ἀκόμη γράφω.
(Στο βάζο ξέρω δίπλα μου δυο κρίνους φωτεινούς.
Σα να ‘χουν βγεῖ σε τάφο.)…»…