48 χρόνια τραγούδι! Φωνή γονιδιακά καταγεγραμμένη σε εθνικές διακλαδώσεις DNA. Από 15 χρόνων στέκεται στον κόσμο με μια κιθάρα. Μόνος του. Μόνος του είπα; Φυσικά και όχι! Στο κέντρο τεράστιων σταδίων, σε μεγάλα θέατρα, σε σεργιάνια στο κόσμο όλο, σε βροχές από χειροκροτήματα, αναμμένους αναπτήρες – φλόγες και αστέρια πριβέ, μέσα στα σκοτάδια, χιλιάδες φωνές να τραγουδούν μαζί του. Απ΄ όλες όμως τις δημόσιες ομολογίες της και τη παρουσία του, από τη Χούντα και την απαγόρευση των τραγουδιών, μέχρι τους βαλτούς διαμαρτυρομένους σε μια και μόνη συναυλία, μια εικόνα του Νταλάρα, μου μένει, κλεμμένη απ την αυτοβιογραφία του Βαγγέλη Περπινιάδη.

17 χρονών ο Γιώργος Νταλάρας, ξημέρωμα, με την κιθάρα του στα εφηβικά χέρια πάει στην Αθήνα. Σε ένα στούντιο στα Εξάρχεια, τον περιμένει ο μέγας Περπινιάδης για να γράψει δυο τραγούδια σε δίσκο. Τα πρώτα του. Χαράζει η μέρα, η πόλη δεν βογγάει ζωές όπως συνήθως, σιωπηλή, μάρτυς κατηγορίας, ακίνητη. Δύο άρματα μάχης έχουν σταθμεύσει προς το μέρος της Στουρνάρη. Ήταν Παρασκευή 21 Απριλίου 1967. Χούντα! Τανκς παντού. Ποτέ δεν έφτασε στο στούντιο, δυο δρόμους παραπάνω! Έμεινε ένα αγόρι με την κιθάρα του στο χέρι να κοιτάει μια πόλη στο έλεος του πεπρωμένου της. Αυτός όμως είχε το δικό του. Και όπως όλοι έχουμε τραγουδήσει και είναι γνωστό «στο πεπρωμένο σου να δίνεις σημασία και να προσέχεις πώς βαδίζεις στη ζωή, όταν κοιμάσαι άλλος γράφει ιστορία και κάποιος παίζει τη δική σου την ψυχή». Και τώρα;…   

Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα

-Ποιος χαρακτηρισμός ταιριάζει στα τραγούδια της νέας σας δουλειάς; Από ποια εσωτερική σας ανάγκη διαλέχτηκαν οι στιχουργοί και οι ποιητές, που θέλατε να λένε τι; 

«Να τα αφήσουμε αχαρακτήριστα; Ή να τα πούμε μπαλάντες; Ή να πούμε ότι έχουν στοιχεία από λαϊκές εθνικές μουσικές; Tango, ζεϊμπέκικο. Όπως και να τα πούμε, πιστώνουμε μουσικά και ενορχηστρωτικά, αυτή τη δουλειά στον Νίκο Αντύπα. Και την απήχηση που είχαν αυτά τα τραγούδια, νομίζω ότι πρέπει να την αποδώσουμε στο γεγονός ότι δεν έγιναν κατά παραγγελία. Ήταν κάτι που σχεδιάζαμε με τον Νίκο πολλά χρόνια. Με το ίδιο σκεπτικό επελέγησαν και οι στίχοι. Ποιητές και στιχουργοί από διαφορετικές γενιές, με λόγια που θέλαμε και οι δύο να βάλουμε μουσική και φωνή αντίστοιχα. Να χαιρόμαστε που τα τραγουδάμε».   

 -Δεκαετίες στο τραγούδι. Λαϊκό ίνδαλμα. Φωνή περασμένη στο DNA των Ελλήνων. Νιώσατε ποτέ πως ναι, κατακτήσατε ότι θέλατε; Πως φτάσατε σε ένα στόχο ψηλό; Πως ξεχωρίσατε; 

«Δεκαετίες στο τραγούδι ναι. Λαϊκό ίνδαλμα καθόλου. Με ξέρεις καλά Αλεξάνδρα, εγώ δεν κάνω ποτέ χατίρια για να είμαι αρεστός. Αυτό που ήθελα από την αρχή, να κατακτήσω και συνεχίζω να το αναζητώ, είναι τα καλά τραγούδια, δηλαδή καλές μουσικές, όχι αναμασήματα και προκατασκευασμένα σουξέ, καλοί στίχοι, μελέτη, πολλές πρόβες, σωστές παραγωγές στις ζωντανές εμφανίσεις. Κάτι παραπάνω πάντα από αυτό που περιμένει ο κόσμος. Αν αυτό θεωρείται, όπως λένε, μυστικό επιτυχίας ή τρόπος για να ξεχωρίζεις, εγώ το θεωρώ αυτονόητη προϋπόθεση για τη δουλειά μου».
  
 - Συχνά σαν αντιστάθμισμα σε εκείνους που σας λατρεύουν, υπήρξαν φωνές που σας αμφισβήτησαν, σας σατίρισαν, ακόμη και σας κατηγόρησαν για διάφορα χαρακτηριστικά, ή επιλογές σας, ή πράξεις σας. Σας επηρεάζουν όλα αυτά; Έχετε σχηματίσει πια άποψη, γιατί εσάς; Γιατί να γίνεστε στόχος; 

«Σχεδόν στο ανέφερα πριν. Όταν άρχισα να μιλάω από νεαρό παιδί -το έχω ξαναπεί νομίζω- μου λέγανε οι παλιοί δάσκαλοι «Γιωργάκη λες πολλά, θα δημιουργήσεις αντιπάθειες. Ο καλός τραγουδιστής πρέπει να είναι ο μουγκός τραγουδιστής στα λόγια».  Εξάλλου δεν μου αρέσει η θυματοποίηση. Και άλλοι άνθρωποι έχουν γίνει στόχος, και πολλοί άλλοι έχουν χάσει το δίκιο τους, μέσα σε αυτή την τρέλα και την παραφροσύνη που ζούμε, ειδικά τον τελευταίο καιρό. Επώνυμοι και κυρίως ανώνυμοι καθημερινοί άνθρωποι. Όσον αφορά εμένα, αυτοί που έχουν κάποιο προηγούμενο, είναι γνωστοί και μετρημένοι στα δάχτυλα. Δικό τους είναι το πρόβλημα, όχι δικό μου».   

 -Νιώσατε κάποτε υπεύθυνος όχι μόνο για τις μουσικές επιλογές σας, αλλά και για προσδοκίες από το κοινό, που γύρευε από σας ένα ρόλο οδηγού, πολιτικού καθοδηγητή ίσως; 
 
«Ασφαλώς και νοιώθω πάντα υπεύθυνος για τις μουσικές επιλογές μου. Και συνήθως προσπαθώ να δίνω στο κοινό κάτι περισσότερο από αυτό που περιμένει, γιατί εγώ προσδοκώ κάτι περισσότερο από τον εαυτό μου. Σε ότι αφορά το ρόλο του οδηγού, που λες, ποτέ δεν το σκέφτηκα έτσι. Και ίσως είναι αυτό το κομμάτι που δεν έχω διαχειριστεί σωστά. Εγώ έλεγα και λέω 
πάντα αυτό που αισθάνομαι, και θα το έκανα σε όποια δουλειά και ήμουν. Δεν πρέπει να ξεχνάς ότι στην ουσία, είμαι ένας άνθρωπος που έχω μεγαλώσει μόνος μου, έχω πάρει τη ζωή μου στα χέρια μου από πολύ μικρό παιδί και από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, συμμετείχα πολύ. Όχι ως επώνυμος, αλλά ως πολίτης, ως ένας άνθρωπος που ζει σε αυτή τη χώρα. Και ζει ενεργά, ξέρει την ιστορία της... Δεν μπορούσα λοιπόν, καταλαβαίνεις, επειδή έγινα επώνυμος, για να κρατάω ισορροπίες, αφελείς του τύπου «εγώ τραγουδάω για όλον τον κόσμο» να σταματήσω να λέω τη γνώμη μου, τα σύκα, σύκα και τη σκάφη, σκάφη. Για μένα αυτή η ελευθερία είναι χιλιάδες φορές πιο σημαντική από την επωνυμία και πολύ περισσότερο από τη φήμη που μόνο βάρος και καταπίεση μου δημιουργεί. Και δεν την υπολήπτομαι και καθόλου τη φήμη».   

-Ο Καζαντζίδης τραγουδούσε την ξενιτιά και την νοσταλγία, ο Μπιθικώτσης την φτωχολογιά και την επική μας πλέον, ποίηση, ο Αγγελόπουλος τους μεγάλους έρωτες. Ο Γιώργος Νταλάρας γιατί έχει τραγουδήσει πιο πολύ; 

«Νομίζω ότι αυτά τα σπουδαία ονόματα της λαϊκής μουσικής που αναφέρεις, είναι γνωστά για την καταπληκτική φωνή τους και τις ερμηνείες τους. Αυτοί έδωσαν κύρος με αυτές τις ερμηνείες στα συγκεκριμένα τραγούδια. Και εσύ, ως νεότερη, συμπεραίνεις ότι ένας τραγούδησε γι' αυτό και ο άλλος γι' εκείνο. Στην ουσία, είναι οι ερμηνείες που στιγμάτισαν τα τραγούδια. Εγώ θέλω να 
λέω καλά τραγούδια, μουσικά και στιχουργικά. Για αυτό έχω τραγουδήσει πιο πολύ και για αυτό έχω προσπαθήσει. Θαυμάζω και τους τρεις λαϊκούς τραγουδιστές που ανέφερες, αλλά ζηλεύω πιο πολύ τα τραγούδια του Μπιθικώτση».    

-Πόσο πολιτικός είναι αυτή την εποχή ο ρόλος του καλλιτέχνη; Τι περιθώρια του αφήνονται; 

«Εμείς βάζουμε τα περιθώρια, μια και έλεγες για στόχο πριν. Εμένα το περιθώριo δεν μου το έχει βάλει κανένα κόμμα και καμία γραμμή. Ο καθένας εκφράζεται μέσα από την μουσική του και τις επιλογές του, κοινωνικά και πολιτικά κατά την κρίση του, τις προτεραιότητές του και βεβαίως το θάρρος του».   

-Σε όλη αυτή τη διαδρομή εσείς ο καλλιτέχνης και εμείς το κοινό, ποιες στιγμές θυμάστε πάντα με μεγάλη συγκίνηση; Ποιες εικόνες έχουν περάσει ως φιλμ φωτογραφικό, έχουν καδραριστεί μες στην καρδιά σας; 

«Εκατοντάδες. Τις μπουάτ στην Πλάκα με τους φοιτητές και με τα τρία προγράμματα την ίδια μέρα, τις συναυλίες της μεταπολίτευσης με τον Θεοδωράκη, τα πρώτα μακρινά ταξίδια στους Έλληνες του κόσμου, τα Ολυμπιακά Στάδια, τη συναυλία στην Ίμβρο στα χαλάσματα. Και προχθές ακόμα τη συναυλία με τη Συμφωνική της Βιέννης στη Φιλαρμονική του Μονάχου με το έργο του Αλέξανδρου Καρόζα με τον Καβάφη, σε ένα κατάμεστο θέατρο με ξένο κοινό πάνω από 80%. Είναι μια χαρά, μια 
συγκίνηση και αυτό».   

-Τι θα ταν αυτό που θα σας έκανε, να σωπάσετε; Να πείτε δε θέλω πια να τραγουδώ; Θέλω σιωπή; 

«Εδώ πρέπει να πούμε κάτι χαριτωμένο και έξυπνο. Εγώ όμως προτιμώ να σου πω αλήθεια. Περνάω μεγάλες περιόδους σιωπής, όταν δε θέλω να τραγουδήσω για τον κόσμο, όταν αισθάνομαι ότι δεν έχω κάτι καινούργιο να τους πω, αλλά αυτό που θα με κάνει να σταματήσω να τραγουδάω είναι πολύ πεζό. Θα σταματήσω όταν θα διαπιστώσω, έστω και στο ελάχιστο, ότι δεν τραγουδάω όπως θέλω, όπως απαιτώ από τον εαυτό μου».   

-Αν σας ζητήσω, για τους δικούς σας προσωπικούς λόγους, να μου διαλέξετε 7 τραγούδια απ' αυτά που έχετε πει, όχι ως τα πιο σημαντικά στη δισκογραφία σας, ή τα πιο αγαπημένα του κοινού, αλλά τα πιο πολύτιμα δικά σας, ποια θα ήταν; 

«Ξέρεις, είναι δύσκολη ερώτηση γιατί ελάχιστες υποχωρήσεις έχω κάνει στην επιλογή των τραγουδιών, και αυτές όταν ήμουν μικρό παιδί. Θα σου έλεγα λοιπόν ένα τραγούδι του Κουγιουμτζή. Τι να πρωτοδιαλέξω; Το «Μη μου θυμώνεις», το «Δεν έχωμάτια να σε δω», το «Κάπου νυχτώνει», το «Τώρα που θα φύγεις»;  Κατάλαβες τι ερωτήσεις μου κάνεις;  Ένα του Λοΐζου; Το 
«Χελιδόνι»; Τον «Καφενέ»;  Τα «Παραπονεμένα λόγια» του Μαρκόπουλου; Τα «Λιανοτράγουδα» του Μίκη και του Ρίτσου; «Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα τη ρωμιοσύνη μην την κλαις»; Το «Ανεμολόγιο του Τριπολίτη και του Μικρούτσικου; Την «Μικρά Ασία» του Καλδάρα; Την «Αλάνα» του Σπανού; Τα ρεμπέτικα; Τα λαϊκά; Τα latin; Θέλεις σοβαρά να σου πω 7 τραγούδια; Διάλεξε εσύ».   
 
-Σκληρή εποχή αυτή που ζούμε. Την υποπτευόσασταν ποτέ; 


«Βεβαίως. Και γινόμουν και πληκτικός και γραφικός και δύσκολος και μου λέγανε ότι δεν έχω χιούμορ και ότι είμαι ξενέρωτος. Μιλάω για το κομμάτι της αμεριμνησίας, γιατί αυτό το «γιατί χαίρεται ο κόσμος» που δεν μπορούσα να καταλάβω. Ναεξηγούμαστε όμως, αυτό δεν μειώνει καθόλου την ευθύνη των δικών μας πολιτικών όλα αυτά τα χρόνια και βεβαίως τη λάθος πολιτική όλης της Ευρώπης, που τόσα χρόνια δεν έβλεπε που πήγαινε και ανέσυρε την καλβινιστική τιμωρία εσχάτως. Ενώ τα προηγούμενα χρόνια που μοίραζαν λεφτά και δάνεια οι βόρειες χώρες, δεν ήξεραν»...   

-Από όσα συμβαίνουν γύρω μας, τι σας εξοργίζει, τι σας θυμώνει και τι σας θλίβει βαθιά; 

«Η ανεργία των νέων, οι απολύσεις και το ότι άνθρωποι που δούλεψαν όλη τους τη ζωή, οι ηλικιωμένοι, οι συνταξιούχοι, δεν μπορούν να ζήσουν τα γεράματά τους με αξιοπρέπεια. Αυτό με εξοργίζει, με θυμώνει και με θλίβει, γιατί πιστεύω ότι μπορούσε να έχει γίνει καλύτερα. Και άξιζε να γίνει καλύτερα. Μου έλεγαν προχθές στο Μόναχο, ότι τον τελευταίο χρόνο μόνο εκεί, έχουν ξεπεράσει οι Έλληνες που αναζήτησαν δουλειά εκεί τις 150.000».   

-Ας υποθέσουμε πως είχατε μαγική δύναμη να γυρίσετε τον χρόνο πίσω. Τι θα αλλάζατε; Θα κάνατε τις ίδιες επιλογές; Θα διαλέγατε να ενισχύσετε την απόλυτη έκθεση, η την ισχυρότερη γύρω σας προστασία; 

«Δεν ξέρω! Δεν ξέρω!...  Ήμουν πιο αισιόδοξος και πιο ενθουσιώδης όταν ξεκινούσα. Μπορεί να είχα φύγει από εδώ, ή μπορεί να είχα εκτεθεί πολύ περισσότερο, απόλυτα, όπως λες. Το μόνο που δε θα ζητούσα ποτέ είναι προστασία, γιατί είναι κάτι που δεν το είχα ζητήσει ποτέ, δεν το ξέρω, ούτε σαν παιδί».   

 -Όταν τραγουδάτε σηκώνετε το κεφάλι σας ψηλά και κλείνετε τα μάτια. Έχετε εικόνες εκείνες τις στιγμές; Τις ίδιες συνήθως;  Καταφεύγετε σε κάποιο τόπο μυστικό; Προτιμάτε να αισθάνεστε το κοινό, απ ότι να το κοιτάτε; Τόσα ρωτάω, για το απλό: γιατί κλείνετε τα μάτια όταν τραγουδάτε; 

«Ωραίο αυτό που έχεις παρατηρήσει! Κλείνω τα μάτια όταν δεν παίζω κάποιο όργανο, δηλαδή σπάνια. Γιατί σκέφτομαι το τραγούδι και αυτά που λέει και συγκεντρώνομαι. Όταν παίζω, συγκεντρώνομαι μέσα από την εκτέλεση. Για μένα είναι αυτονόητο. Όταν τραγουδάω, κάνω αυτό, τίποτε άλλο».    

 -Ο νέος δίσκος με τον κ. Αντύπα, είναι πολιτικός; Και; Είναι όλα γύρω μας πολιτική; 

«Υπάρχουν σε αυτό το δίσκο πολιτικά τραγούδια. Όπως το «Τσάμικο τσακίστηκε» του Γκανά και το «Ξέχνα τις αναμνήσεις» του Ελευθερίου και «Το εισιτήριο» του Γεράσιμου Ευαγγελάτου. Όχι δεν είναι όλα γύρω μας πολιτική και δε θα έπρεπε να είναι όλα γύρω μας πολιτική. Αυτό που θα έπρεπε Αλεξάνδρα, είναι όταν λέμε κάτι να είναι αυτό που εννοεί η λέξη. Όταν μιλάμε για πολιτική και πολιτικούς, να υπάρχει πολιτική και πολιτικοί, και όταν μιλάμε για τέχνη, να υπάρχει τέχνη. Με το σκεπτικό ότι η τέχνη επηρεάζει τη συνείδηση, κάνει τους ανθρώπους ενεργούς, τους βγάζει από την παθητικότητα, τους κάνει να αναζητούν την αλήθεια, να διαβάζουν δυο φορές τα γεγονότα, να βλέπουν τα πράγματα σε βάθος. Έτσι δε θα έπρεπε να είναι και η πολιτική με κάποια έννοια; Να δημιουργεί αυτή την εγρήγορση. Η πολιτική όμως βλέπετε εξοστρακίστηκε. Η πραγματική τέχνη, έχω την ελπίδα, ότι δεν το πάθει».  
 
-Κομματικοί φορείς σας πλησίασαν για να πολιτευτείτε ποτέ; Γιατί δεν το κάνατε; 

«Ναι στο παρελθόν, και μάλιστα αξιόλογες πολιτικές προσωπικότητες. Δεν θα το έκανα ποτέ. Πρώτα, γιατί η κύρια δουλειά μου είναι η μουσική, που μου απορροφά το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής μου, αλλά και για λόγους αρχής δεν θα γινόμουν ποτέ πολιτικός με το σκεπτικό ότι είμαι γνωστός μέσα από μια άλλη δουλειά».   

-Κοινωνικά έχετε συμμέτοχη σημαντική, αν και μισείτε την λέξη φιλανθρωπία. Γιατί θέλετε να μείνουν κρυφά τα όσα κάνετε, ειδικά για νέους που αναλαμβάνετε τις σπουδές τους; Γιατί θα 'ναι κακό να γραφθεί, να ειπωθεί; 

«Γιατί είναι κάτι πολύ προσωπικό. Δεν έχει καμία σχέση με το κομμάτι για το οποίο είμαι γνωστός. Γιατί δεν το θεωρώ φιλανθρωπία, αλλά ειδικά αυτό το κομμάτι των σπουδών, επειδή είναι κάτι που δεν είχα τη δυνατότητα να κάνω ο ίδιος, θέλησα να δώσω την ευκαιρία να το κάνουν κάποια άλλα παιδιά. Είναι κάτι πολύ λίγο, που όμως με γεμίζει προσωπική χαρά. Οι άλλες οι κοινωνικές και πολιτικές εκδηλώσεις, είναι λίγο πολύ γνωστές».
    
 -Όταν εμείς, το κοινό λείπουμε, ο Γιώργος Νταλάρας, τραγουδάει για να βγάλει τη χαρά, τη μεγάλη στενοχώρια, τα δικά του «αχ» λαχτάρας, πόνου, ευτυχίας; 

«Βεβαίως και τραγουδάω. Μου δίνει μεγάλη δύναμη και όχι μόνο τώρα, από τότε που ήμουν παιδί. Ακόμα και τότε που η ιδέα να γίνω μουσικός ή τραγουδιστής απαγορευόταν από την μητέρα μου, δια ροπάλου».   

 -Αν γράφατε ένα βιβλίο για τη ζωή σας, οι πρώτες γραμμές ή το πρώτο κεφάλαιο σε τι θα αναφέρονταν; 

«Στη μάνα μου και στον αδελφό μου που έχασα πρόσφατα. Και στον πατέρα που έπλασα μόνος μου με το παιδικό μυαλό μου, μιας και δεν ήταν κοντά».   

 -Αφήστε με έναν στίχο αγαπημένο σας από τα καινούργια τραγούδια… 

«…Γυναίκα αριστερόχειρη, κανένας δεν το ξέρει, πως θα ‘δινα για χάρη σου και το δεξί μου χέρι...»