Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα

 
Είναι νύχτα πίσσα σκοτάδι και πάει προς ξημέρωμα. Εκεί που βλέπεις την ταινία σου –σπανίως- ή κάποια αρχαία σειρά –και τι άλλο να δεις;- σου πετάει μια ημιτσίτσιδη με μισάνοιχτα χείλη λες και έχει κρεατάκια και δεν μπορεί να ανασάνει από τη μύτη, η οποία χαϊδεύει τα ωραία –η αλήθεια να λέγεται!- εσώρουχά της λες και εκτιμά την ποιότητα!

Το σπικάζ από πάνω είναι πως λέμε παρμένο από Ντε Σαντ, Βοκάκιο, Μπατάιγ, Φον Μαζοχ; Ε! Καμία σχέση! Συνοψίζεται δε στα εξής: «Θες να ακούσεις τη καυτή μου φωνή, να σου λέει για το καυτό μου κορμί, με την καυτή μου ανάσα στό αφτί σου, ενώ θα δέχομαι τα καυτά σου χάδια, μέσα από το καυτό ακουστικό της καυτής τηλεφωνικής συσκευής μου; Τηλεφώνησε μου τώρα. Περιμένω καυτή».

Η διαφήμιση έχει πετύχει τον στόχο της αν σκέφτομαι να κάνω πυρασφάλεια και νιώθω πως βρίσκομαι στην διακεκαυμένη ζώνη, ενώ ψάχνω τα μάτια της κουζίνας να δω αν ξέχασα κανένα ανοιχτό; Και ως που να συνέλθω από την καυτή κυρία με την καυτή φωνή, έρχεται άλλη διαφήμιση. Τα παιδιά των μεταναστών, τραγουδάνε τον Ρούντολφ το ελαφάκι, μιλάνε άψογα ελληνικά, λένε πως αγάπανε τη μαμά, πως ο ελέφαντας είναι χοντρός και αλλά τέτοια όμορφα και αθώα.

Το μήνυμα είναι κοινωνικής ευαισθητοποίησης και σε ρωτάει σοβαρά αν αυτά τα παιδιά δεν έχουν δικαιώματα όπως όλα! Αν δεν είσαι κάφρος βουρκώνουν τα μάτια σου, απ' τη γλύκα τους. Μέχρι να προλάβεις να δακρύσεις, βγαίνει αμέσως η κολλητή της καυτής κύριας, επίσης ημίγυμνη με ωραία εσώρουχα, και σου λέει: «έλα καυτό μου μωράααααακι! Άργησες και σε περιμένω καυτή στο καυτό μου κρεβάτι με τα καυτά σατέν σεντόνια μαζί με μια καυτή περαστική που χαϊδεύουμε και οι δυο τα καυτά μας εσώρουχα που θα μας τα πάρουν αμέσως μετά το γύρισμα και είναι δανεικά. Πάρε με…»…

Που να σε πάρει, να σε πάρει και να σε σηκώσει μανταμίτσα, αλλά πες στην καυτή ροή του καναλιού να μοντάρει αλλιώς τα μούτρα σου, να μη βγαίνουν μαζί με τα αγγελούδια. Άντε μη πούμε και καμία άλλη καυτή κουβέντα και δεν κάνει…