Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα

Ο Ανδρέας Δερμιτζάκης παίρνει στα χέρια το ημερολόγιο της φυλακής του Λάκη Γαβαλά και το δίνει στην Real News. Ο δημοσιογράφος ξεφυλλίζει τις σελίδες και διαλέγει μερικές, βάζοντας μας μέσα στο κελί του Κορυδαλλού, δίπλα σε έναν άνθρωπο, που η ζωή του δεν είχε ευθεία αλλά αργές αναβάσεις και βαραθρώδεις κατηφόρες. Κοντά μια 15ετία στον σκληρό πυρήνα του life style, τον όποιο φυσικά ενοχοποιήσαμε όλοι ως κύριο υπαίτιο της σημερινής ελληνικής τραγωδίας, το αποτάξαμε, υπογράψαμε δηλώσεις μετάνοιας, σχεδόν, θυμίζοντας την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης μετά τη Χούντα. Τότε που όλοι ακόμη και οι στυλοβάτες της επταετίας, κατηγορούσαν άλλους για χουντικούς, σε ένα ιδιότυπο κυνήγι μαγισσών της δημοκρατίας.

Κάπως έτσι συνέβηκε και εδώ. Φταίνε οι έκδοτες, οι γραφίδες και κάποιοι σε εκπομπές. Όλοι οι άλλοι Πόντιοι Πιλάτοι ένιβαν τα χέρια τους, σε μικρές κανατίτσες γεμάτες άσπιλο εβιάν. Κανείς δεν είχε ξεφυλλίσει περιοδικά τέτοια, δεν είχε δουλέψει σ' αυτά και δεν είχε δώσει συνεντεύξεις. Η σάρκα κόβεται κομματάκια και κοινωνείται βακχικά. Για να κατανευστούν τα πλήθη, από τόσα λαμόγια, κλέφτες, απατεώνες, λαοπλάνους απατεωνίσκους, υπεράνω νόμου συστολικούς γεννήτορες, φταίνε δυο – τρεις και μπαίνουν φυλακή, επ αόριστον. Και βέβαια να μπουν! Μόνο που δε μπορώ να σκεφτώ όλα αυτά τα 15 χρόνια, που προσωπικά δεν γνώριζα τον Λάκη Γαβαλά, τους όσους γλύφανε με λέξεις, γλοιωδώς σαλιάριζαν την περσόνα του. Βραβεύσεις ως επιτυχημένου επιχειρηματία. Παρακάλια για συνεντεύξεις. Μέσα για δουλειά κοντά του. Τάματα και προσευχές για το περιβόητο πάρτι, που κάθε καλοκαίρι έκανε στη Μύκονο. Brand name πλέον το ονοματεπώνυμο του για μόδα, χλιδή, πρωτοπορία, υψηλή αισθητική, εκκεντρικότητα. Όσο κι αν δε σε αφορά, αν δεν ανήκεις, αν είσαι ξεχωριστός, δεν «είσαι σε εκείνους», νομίζεις και αυταπατάσαι που δε κρέμεται η ελευθερία τους σε μια χαρότριχα, που δεν χρωστάνε –τόσα- ώστε να περάσουν τα κάγκελα μιας φυλακής, που δεν ρίσκαραν πολύ, που ήταν πάντα τίμιοι, που δεν ξέρω τι άλλο, μπορούμε να σκεφτούμε για τους εαυτούς μας ο καθένας, πείτε μου πως δε συγκινηθήκατε μέσα σ' αυτό το κελί… Καλά τον κάνανε και καλά να πάθει θα αποφανθεί η αρένα με τους αντίχειρες να δείχνουν χώμα, όμως, λίγο μέσα βαθιά σε ελαχίστους ίσως, δε θα σκιρτήσει μια χαραμάδα θλίψης, για έναν δήμο έτοιμο να αποθεώσει και να κατακρημνίσει;    

Και γράφει…

ΤΟ ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ
«Κρακ κρακ! Το άνοιγμα της βαριάς σιδερένιας πόρτας του θαλάμου. Σημάδι ότι είναι 7.15 το πρωί. Ακούω τα βήματα του δεσμοφύλακα να απομακρύνονται προς επόμενο θάλαμο. Κρακ κρακ! Το ξύπνημα είναι απότομο και κάθε πρωί, πιο οδυνηρό. Δεν μπορώ να το συνηθίσω αυτό το κρακ-κρακ. Δέκα μήνες και ακόμα δεν το αντέχω. Θεέ μου, που είμαι; Η πρώτη σκέψη κάθε πρωινό... Η τουαλέτα ήδη κατειλημμένη. Ανοίγω την τηλεόραση που είναι στην άκρη του σιδερένιου κρεβατιού. Γειτόνισσα με τις πατούσες μου. Λίγο μαύρο. Και αμέσως μετά φως. Οι πρωινές δημοσιογραφικές εκπομπές. Κάνω ζάπινγκ... Υπολογίζοντας την εξέλιξη του καιρού που θα κάνει σήμερα, διαλέγω βιαστικά τα κατάλληλα ρούχα. Σέρνω τη βαριά πόρτα του θαλάμου και βγαίνω στον διάδρομο. Περπατάω, όπως πάντα, γρήγορα. Με ελαφρύ στομάχι, αφού δεν έφαγα πρωινό. Πού να βρεις την όρεξη στη φυλακή».

Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ
«8.10 π.μ. Λέω μια χαμογελαστή καλημέρα στον δεσμοφύλακα που είναι στο κιγκλίδωμα «Στην ώρα σου Λάκη» μου λέει με ευγένεια. «Γράψε ότι κατεβαίνω για δουλειά» αποκρίνομαι. Στο τεράστιο ασήκωτο βιβλίο που είναι μπροστά του, πρέπει να σημειώσει την ώρα που μπαίνει και βγαίνει από την πτέρυγα κάθε κρατούμενος... Βγαίνω στον κήπο. Ευτυχώς δεν βρέχει. Συναντιέμαι με τους άλλους τέσσερις κηπουρούς... Λίγη δουλειά ακόμα και η ώρα πήγε 11.30. Πάμε για φαγητό, μεσημεριανό. Τρίτη-Πέμπτη μακαρόνια, θυμάμαι το φυλακόβιο λαϊκό τραγούδι του Πρόδρομου Τσαουσάκη. Θεέ μου τι παιχνίδια παίζει το μυαλό; Τρώω μόνος μου στο θάλαμο. Λίγα μακαρόνια χωρίς τη σάλτσα...».

ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ
«Πήγε 6.30 το απόγευμα. Τσιμπολογάω κάτι από το βραδινό φαγητό. Τυρόπιτα. Κάνω την αμαρτία μου. Τρώω και ένα σοκολατάκι από το κουτί που μου είχε φέρει μια συνεργάτιδά μου. Παίρνω δύναμη, έφτασε η ώρα της μάχης. Στα καρτοτηλέφωνα. Όλοι οι κρατούμενοι διεκδικούν λίγη ώρα στα τρία καρτοτηλέφωνα της πτέρυγας. Το ένα δεν δουλεύει, δυο λοιπόν τα αντικείμενα του πόθου...».

 Η ΚΑΤΣΑΡΙΔΑ ΚΑΙ Η VOGUE
«Η κατσαριδούλα που αναποφάσιστα περπατά πάνω στην κουβέρτα μου θυμίζει πως δεν είμαι στις φυλακές για να σωφρονιστώ, αλλά για να τιμωρηθώ. Με το τελευταίο τεύχος της Vogue τη σπρώχνω από την κουβέρτα. Αλλά μια κατσαρίδα που περπατάει πλάι μου στον τοίχο δεν γλιτώνει. Κλατς! Η Vogue την σκότωσε... Γυρίζω πλάγια στον τοίχο. Κουλουριάζομαι και κλαίω. Ήμουν ο Λάκης Γαβαλάς της μόδας και του γκλάμουρ... Το φως του θαλάμου σβήνει. Με άκουσαν που κλαίω... Κουλουριάζομαι πιο πολύ με την κουβέρτα. Ξέρω τι έκανα να λέει η κοινωνία για μένα: «Άσε τον π...η να σαπίσει στη φυλακή»... Θα ονειρευτώ. Ό, τι ξαναζώ. Και ας ξέρω ότι το πρωί καραδοκεί ξανά. Εφιάλτης! Κρακ κρακ!».

Κρακ κρακ, είναι ο ήχος λοιπόν, της ελευθερίας… Κρακ κρακ…