Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα  
Το άσπρο και το μαύρο μπορεί να υπάρχουν παντού στη φύση αλλά όχι στις ανθρώπινες ζωές. Λίγο ξάσπρισμα εδώ, κάποιο λέρωμα από την άλλη και η απολυτότητα του μη χρώματος, είναι οριστική. Το κορίτσι που το σκοτάδι τύλιξε, μόλις σε ηλικία 10 χρόνων, στις 2 Μαρτίου του 1998, ενώ πήγαινε στο σχολείο, για να ζήσει με τον διαταραγμένο απαγωγέα του, 8 χρόνια και μισό, χτισμένη σε ένα υπόγειο, μπορεί να μιλεί κοιτώντας τους ανθρώπους στα μάτια και να κυριαρχείται από δύναμη για επιβίωση.

Αφορμή για να θυμηθεί η ανθρωπότητα την Νατάσα Κάμπους, είναι η ομότιτλη κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου της, «3096 ημέρες» από τη Σέρι Χόρμαν, με τις ηθοποιούς Αμέλια Πίτζεον και Αντονία Κάμπελ-Χιους για την παιδική και την εφηβική ηλικία αντίστοιχα, που θα κάνει πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 28 Φεβρουαρίου.

Η ιστορία της έχει όλα τα αρχετυπικά στοιχειά της μύησης. Μια φορά και έναν καιρό, ένα κοριτσάκι, μόλις 10 ετών, ξεκίνησε για πρώτη φορά να βγει στον δρόμο χωρίς τη μαμά του για να πάει σχολείο. Όχι δε φορούσε κόκκινη κάπα και ούτε και κρατούσε καλαθάκι με μηλόπιτα για να πάει στη γιαγιά της, αλλά μια τσάντα με σχολικά βιβλία. Συνάντησε τον δικό της λύκο, μέσα σε ένα φορτηγάκι. Ήταν η πρώτη προσπάθεια της να υπάρξει στον μεγάλο κόσμο. Και η «γιαγιάκα» είχε μεγάλα δόντια μη κάνοντας καμία προσπάθεια να τα κρύψει…

Ο Πρίκλοπιλ, ο απαγωγέας της, ηλεκτρονικός το επάγγελμα, την κρατούσε έγκλειστη σε ένα υπόγειο-φυλακή επί οκτώμισι χρόνια, 3096 μέρες, οπότε η Κάμπους διέφυγε από εκεί και παρουσιάστηκε σε ένα αστυνομικό τμήμα. Ο Πρίκλοπιλ διαπιστώνοντας την απόδρασή της αυτοκτόνησε, πέφτοντας στις γραμμές ενός διερχόμενου τρένου. Η μικρή στάθηκε στο αστυνομικό τμήμα έντρομη. Στην αρχή δεν την πίστευαν. Είχαν πάψει να ψάχνουν. Δεν την περίμενε κανείς! Ούτε εκείνη η μάνα που την άφησε να πάει σχολείο μόνη της…

Η μεγάλη, ελεύθερη κανονιστικά, πια, Νατάσα Κάμπους, πριν λίγες μέρες, ήταν προσκεκλημένη του δημοσιογράφου Γκίντερ Γιάουχ στο τηλεοπτικό δίκτυο ARD. Εκεί, παραδέχτηκε ενώπιον σχεδόν 5 εκατομμυρίων τηλεθεατών πως είχε βιαστεί επανειλημμένα. Μέχρι σήμερα η 25χρονη κοπέλα αρνούνταν να σχολιάσει τη πιθανή σεξουαλική σχέση που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στην ίδια και τον απαγωγέα της. Ήταν γι' αυτή το τελευταίο σωσίβιο της, η σχεδία της για ιδιωτικότητα. Και πάει! Σε μια ζωή που δεν της ανήκει ποτέ. Πριν γιατί ο σαδιστής,  ψυχικά διαταραγμένος απαγωγέας δεν της επέτρεπε ζωή. Και τώρα για τα μίντια, η κοινή γνώμη, ο μεγάλος εκείνος, τεράστιος κόσμος, πέρα απ' την αυλή της παιδικότητας, καραδοκεί για λεπτομέρειες και τη δημοσιότητά τους, έχοντας την χρήσει διάσημη.

Στη εκπομπή, που η Κάμπους δέχτηκε να πάει με αφορμή τα γενέθλιά της αλλά και την ταινία, που θα παιχτεί τις επόμενες μέρες, κάποια στιγμή προβλήθηκαν σκηνές από βιασμό. Η νεαρή γυναίκα, αφέθηκε να δακρύσει.
«Θέλετε με την ταινία αυτή να πείτε στο κοινό: «Αυτά έγιναν με αυτόν το τρόπο»;», τη ρώτησε ο δημοσιογράφος για να πάρει μια μονολεκτική απάντηση και χαμηλωμένα μάτια: «Ναι».

Ζει πλέον στη Βιέννη. Σε παλιότερη συνέντευξή της, στην Suddeutsche Zeitung, είχε παραδεχτεί πως υποφέρει από κρίσεις πανικού, έχει αγοραφοβία και προτιμά να ζει σαν ερημίτης. Τα δημοσιεύματα λένε πως δεν βγαίνει παρά σπάνια από το μικρό διαμέρισμά της και ζει όπως είχε μάθει ως όμηρος στα χέρια του απαγωγέα της. Έλεγε, πως αποφεύγει να κυκλοφορεί, γιατί από τη μια της ζητούν αυτόγραφα και τη φωτογραφίζουν συνεχώς κι από την άλλη την προσβάλλουν. Πως; Πως βρίσκουν να προσβάλουν αυτό το πλάσμα που καλείται να ζήσει στον κόσμο, επιστρέφοντας στα 10 του χρόνια και πιάνοντας το νήμα από κει; Κάποιοι της λένε ότι πρέπει να γυρίσει στο υπόγειο που ήταν κλεισμένη και άλλοι τη χαρακτηρίζουν χρυσοθήρα, επικαλούμενοι τη μικρή περιουσία που έχει κερδίσει χάρη σε συνεντεύξεις και πνευματικά δικαιώματα, αν και έχει δωρίσει ένα μέρος της σε φιλανθρωπίες. «Πρέπει συνεχώς να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου», είπε η ίδια, ομολογώντας σπαρακτικά ότι κάποιες φορές έφτασε να νοσταλγεί την ασφάλεια της φυλακής της: «Στο κελάρι μου ήμουν ήρεμη, αυτάρκης και πλήρης. Σήμερα νιώθω σαν να μου έχουν στερήσει την ικανότητα να είμαι ο εαυτός μου». Και εκεί ο εχθρός ήταν ένας. Τώρα; Όλο το κοινό που διψά για πληροφορία, χρήζει θύτες και θύματα, αλλάζει συναισθήματα ανάλογα με τη μουσική στα ρεπορτάζ των ειδήσεων, είναι εν δυνάμει εχθροί και κριτές, φυσικά.

«Δεν ήθελε να ακούσει κανείς από μένα ότι δεν υπάρχει απόλυτο Κακό, ότι δεν υπάρχει καθαρό μαύρο και άσπρο», λέει δικαιολογώντας το ότι για μεγάλο διάστημα, είτε από φόβο, είτε από συνήθεια ή από υπερπροσπάθεια διάσωσης της αξιοπρέπειάς της δεν έκανε το χατίρι στο μεγάλο, παγκόσμιο κοινό, να του πει λεπτομέρειες ή αν προσδώσει απόλυτη σημαντικότητα στο πρόσωπο του απαγωγέα της. «Σίγουρα, ο δράστης μού είχε κλέψει την παιδική μου ηλικία, με είχε φυλακίσει και βασανίσει _ αλλά, παρ’ όλα αυτά τα κρίσιμα χρόνια ανάμεσα στα έντεκα και στα δεκαοχτώ μου, ήταν το μοναδικό πρόσωπο αναφοράς μου. Μέσω της απόδρασής μου δεν είχα μόνο απελευθερωθεί από τον βασανιστή μου, είχα χάσει και έναν άνθρωπο ο οποίος αναγκαστικά ήταν πολύ κοντά μου».

Στο βιβλίο της, που μπόρεσε να γράψει σε ηλικία 22 ετών, τέσσερα χρόνια μετά την δραπέτευσή της, σημειώνει για εκείνον πως της έλεγε πως «πάντα ήθελα να έχω μια σκλάβα». Προσπαθούσε να την κάνει να χάσει την ταυτότητά της, λέγοντάς της:
«Δεν είσαι πια η Νατάσα. Τώρα μου ανήκεις». Τη διέταξε να διαλέξει ένα άλλο όνομα. Εκείνη διάλεξε το «Βιβιάνα»- το είχε δει σε ένα ημερολόγιο με ονόματα αγίων. Είχε εγκαταστήσει ένα σύστημα με μεγάφωνα απ΄ όπου στον ίδιο τόνο, ακουγόταν η προσταγή του: « Υπάκουσε, υπάκουσε, υπάκουσε...». Άφηνε το κορίτσι χωρίς τροφή για ημέρες και το υποχρέωνε να κυκλοφορεί ημίγυμνο ώστε να μην αποδράσει. Όταν έγινε 16 ετών, η όμηρος ζύγιζε λιγότερο από 38 κιλά και είχε προσπαθήσει να αυτοκτονήσει αρκετές φορές. Ο Πρικλόπιλ την απειλούσε: «Αν επιχειρήσεις να ζητήσεις βοήθεια θα ανατινάξω όλο το δωμάτιο».

Το μικρό κορίτσι προσπαθούσε να επιβιώσει, μη εξαγριώνοντας τον κακό λύκο. Με τα χρόνια έπαψε να περιμένει βοήθεια από τον καλό κυνηγό και το ντουφέκι του. Ήταν μόνη της. Έμαθε και μόνη της. Μεταξύ άλλων την υποχρέωνε να τον αποκαλεί «Αφέντη μου», να γονατίζει μπροστά του, να τον αγκαλιάζει με τα χέρια δεμένα με χειροπέδες όταν κοιμόταν μαζί του. Της έλεγε ακόμα, πως οι γονείς της την σιχαίνονταν και αρνήθηκαν να πληρώσουν χρήματα γι' αυτήν. Πως μόνο αυτόν είχε να νοιάζεται για εκείνη. Στο χωρίς παράθυρα μπουντρούμι υπήρχαν ένα μεταλλικό κρεβάτι, μια τουαλέτα και ένας νεροχύτης. Μετά το πρώτο εξάμηνο η Κάμπους τον παρακάλεσε να την αφήσει να ανέβει πάνω για να κάνει ένα κανονικό μπάνιο. Όπως λέει: «Με διέταξε να τον ακολουθήσω. Τότε ανακάλυψα πως η πόρτα που οδηγούσε «επάνω» ήταν μια τερατώδης κατασκευή από ενισχυμένο σκυρόδεμα. Ήμουν θαμμένη σε τσιμέντο».

Συνεχίζει να τηρεί, αυτό το παιδί με την ταραγμένη, όλο φόβο και απομόνωση ψυχή, σιωπή για πολλά θέματα. Έτσι μόνο στους ειδικούς που την παρακολουθούν ομολογεί πως την χτυπούσε τόσο άσχημα που μετά βίας μπορούσε να περπατήσει. Όταν ήταν χτυπημένη και μελανιασμένη, μετά προσπαθούσε να της απαλύνει τον πόνο και να την εξευμενίσει. Όμως, έπαιρνε τη φωτογραφική μηχανή του και την φωτογράφιζε για να της θυμίζει πόσο πολύ θα πονούσε ξανά αν δεν τον υπάκουε.
Την είχε προειδοποιήσει ότι οι πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού ήταν παγιδευμένα με εκρηκτικά. Υποστήριξε επίσης ότι οπλοφορούσε και ότι θα σκότωνε πρώτα εκείνη και στη συνέχεια τους γείτονες, αν προσπαθούσε να δραπετεύσει.

Μέχρι την ταινία λοιπόν, η ίδια δεν αναφερόταν στο αν ήταν μόνιμο θύμα βιασμού από τον απαγωγέα της ή, κάποια στιγμή, αναγκάστηκε να υποκύψει και όλα γίνονταν με τη θέληση ή τουλάχιστον την ανοχή της. «Δεν πρόκειται να γράψω γι' αυτό το κομμάτι της φυλάκισής μου- είναι το τελευταίο κομμάτι ιδιωτικής μου ζωής που μου απομένει και θέλω να το κρατήσω για τον εαυτό μου, αφού η ζωή μου κατακερματίστηκε σε τόσες αναφορές, ακροαματικές διαδικασίες, φωτογραφίες. Θα πω όμως το εξής: οι δημοσιογράφοι των φυλλάδων έπεσαν έξω στη λαχτάρα τους για εντυπωσιασμό. Ο δράστης ήταν από πολλές απόψεις ένα κτήνος και πολύ πιο φρικτός από ότι μπορεί κανείς να φανταστεί. Αλλά, από τη συγκεκριμένη άποψη δεν ήταν έτσι. Όταν με έδενε πάνω του τις νύχτες δεν επρόκειτο για σεξ. Ο άντρας που με χτυπούσε, που με κλείδωνε στο μπουντρούμι και με άφηνε να πεινάσω, ήθελε μόνο να κουρνιάσει σε μια αγκαλιά. Υπό τον έλεγχό του δεμένη με τις πλαστικές του χειροπέδες, ήμουν κάτι από το οποίο κρατιόταν σφιχτά τη νύχτα». Με λίγα δάκρυα στα μάτια, λοιπόν, μερικά χρόνια μετά, είδε τις σκηνές από τον πρώτο βιασμό της στην ταινία. Μπορούσε πια αυτό και να το αντέξει. Ή να μάθει να το αντέχει…  

Και η σκληρότητα; Το κομμάτιασμα της σάρκας αυτής της γυναίκας – παιδί; Όταν σε εκείνο το υπόγειο εκφύονταν για τον κόσμο έξω που θα τη λύτρωνε; Η διάψευση ήρθε τη στιγμή που μάζεψε κουράγια για να δραπετεύσει. Πήδηξε από μάντρες. Χώθηκε σε κήπους. Ούρλιαζε στη γειτονιά για βοήθεια και σφάλιζαν παράθυρα. Κανείς δεν υπήρχε για εκείνην. Στα 8,5 χρόνια, έμαθε. Και συνεχίζει να μαθαίνει. Μόνο που τώρα, έρχεται ιώδιο για τις πληγές της, η σοφία: «Η πράξη της συγχώρεσης με έκανε πιο δυνατή από την εμπειρία που είχα ζήσει και μου έδωσε την δυνατότητα να επιβιώσω. Αγαπώ την ελευθερία μου και δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα εκτός από αυτήν...»… είπε η Κοκκινοσκουφίτσα χωρίς να ελπίζει πως θα ζήσει καλά και φυσικά χωρίς να εύχεται να ζήσουμε εμείς καλύτερα…    

*Το βιβλίο της Νατάσας Κάμπους, «3096 μέρες – η δύναμη της ψυχής» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος και η ομότιτλη ταινία, προσεχώς στα σινεμά και της δικής μας χώρας…