Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα  
Είναι λέει, δημοσιογράφος και ζει στο Λονδίνο, διότι τα ΜΜΕ της Ψωροκώσταινας είναι μικρά και δε χωρούν μάλλον το βαρύ της ταλέντο στην ενημέρωση. Αν το κοινό, δε μιλάει την αγγλικήν με προφορά ρόαγιαλ, δε πίνει τσάι και μέντα, δεν πλένεται, δεν μεθοκοπάει τα Σαββατόβραδα, δε ψηφίζει Θάτσερ για να εξοντώσει τους εργάτες της, δε προσκυνάει τη βασιλική τριών τετάρτων κιλότα της Ελίζαμπεθ, δεν δέρνει ανθρακωρύχους, δεν ενοχοποιεί οποίον έχει Ιρλανδική καταγωγή, δεν έχει υπάρξει μέρος μιας από τις πιο μισητές αποικιοκρατικές αυτοκρατορίες, δεν έχει αρπάξει απ' όλους τους λαούς που είχαν την ατυχία να μπουν στο στόχαστρο της πλούτο, ιστορία, ζωή με πρωτοφανή βαρβαρότητα, δεν μπορεί να κατανοήσει το εύρος της κοσμοπολιτικής πένας της εν λόγω κόρης.

Ο μπαμπάς της, λέει υπήρξε πρώην υφυπουργός και βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, πράγμα που σημαίνει βαριά και για πολλά χρόνια εξουσία, τόση, ώστε να πληρώνει ιδιωτικά σχολειά και δημοσιογραφικές απόπειρες στα Λονδίνα.  
Η κόρη, λοιπόν, αποφασίσει με αέρα Ευρωπαίας που πολύ της τη σπάει η λαϊκή της βαλκανιομεσογειακή καταγωγή, να εκφράσει την απαξία της, τον σνομπισμό της, την ανωτερότητα της όσον αφορά στην κίνηση μαθητών δημοσίου σχολειού της Κορίνθου (οου! Μάι γκαντ! Υπάρχει ζωή και στα δημόσια σχολεία;), να απλώσουν ελληνικές σημαίες μπροστά από τις βίαια αποσπασμένες μετώπες του Παρθενώνα και την χρησικτησία τους από την εγγλέζικη εξουσία, με το έτσι θέλω και τον τσαμπουκά.

Η κόρη, εκφράζει δημόσια τον αποτροπιασμό της λέγοντας πως ως έφηβη δυσκολεύονταν να ενδιαφερθεί για «ένα μάτσο αρχαίες πέτρες» και είχε περάσει τη μισή της ζωή της συνάμενη από γονείς και δασκάλους στα αρχαιολογικά μουσεία της επικράτειας και την άλλη μισή παπαγαλίζοντας μια ιστορία που ξεκινά κάπου στη κυκλαδική περίοδο και τελειώνει με την επανάσταση του 1821. Τι μου λέτε; Ώστε ούτε στα ιδιωτικά έχει εξελιχθεί η ύλη, ζητώντας επιδόσεις στα άρθρα της Vogue! Πόσα μαθαίνω από την κοσμοπολίτισσα, κόρη, «συνάδελφο» λοιπόν!

Και το δικό της όμως σχολείο την πήγε στο Βρετανικό Μουσείο εις τα Λονδίνα, ώστε να δει από κοντά τα εκθέματα που ήταν ένα μάτσο αρχαίες πέτρες. Εδώ αναρωτιέμαι! Τι στο διάολο; Μόνο το 1ο Νέου Ηρακλείου, πήγε πενταήμερη στη Ρόδο, όλα τα άλλα σχολεία της επικράτειας στο Σόχο την βγάζουν;

Εκεί πάντως στο Μουσείο, τα κλεμμένα από τη ζωοφόρο μάρμαρα ανεπανάληπτης τέχνης και ανυπολόγιστης αξίας, δεν ήταν του γούστου της διότι δύο χαζοί καθηγητές και συμμαθητές θρηνούσαν τα Ελγίνεια με «μια περίλυπη έκφραση ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους». Αυτή που δε τα μπορεί αυτά, πήρε κάποιον από το χέρι και την «έκανε με ελαφρά πηδηματάκια για την αίθουσα με τα Αιγυπτιακά εκθέματα». Εδώ αναρωτιέμαι αν στην αγγλική το την «έκανα με ελαφρά πηδηματάκια» μεταφράζεται ως «I done it with light little jumps», ενώ μια κρυφή ζήλεια μου καίει τα σωθικά, διότι εμείς έχουμε μόνο τις αρχαίες παλιοπέτρες, ενώ οι Αιγύπτιοι έχουν αλλού είδους παλιό πέτρες αρχαιότερες που μόνο η κόρη μπόρεσε να δει από τόσο κοντά.

Αν, δε, γράφει, αρθρογραφώντας πάντα, η κόρη, την είχαν βάλει να ανοίξει τη γαλανόλευκη μες το μουσείο, μπορεί και να είχε «πεθάνει από την ντροπή της», που πολύ αμφιβάλλουμε διότι δε το έπαθε γράφοντας όλα αυτά, άρα είναι εκτός κινδύνου. Επίσης η ταπεινή γαλανόλευκη, προφανώς την χλομιάζει και έτσι την αποφεύγει, ενώ αν ήταν μια αστερόεσσα, μια με αγγελικό θυρεό, να το συζητήσει!

Και στο τέλος, η κόρη αυτή, η καλομεγαλωμένη, με τα Λονδίνα, τέκνο υπουργού την περίοδο της ξιπασιάς, της έπαρσης, της βλαχογκλαμουριάς και της ρεμούλας στην χώρα, λέει τους καθηγητές του 2ου Γυμνασίου Κορίνθου, «βλάκες με περικεφαλαία». Σημειώνει δε: «μου είναι δύσκολο να αποδεχτώ ότι εν μέσω της όλης καταπίεσης και της Χρυσής Αυγής που χαρακτηρίζουν την Ελλάδα σήμερα, δύο εκπαιδευτικοί (δύο άνθρωποι δηλαδή που η πολιτεία τους έχει εμπιστευτεί ένα σωρό εύπλαστων εγκεφάλων και προσωπικοτήτων) δεν βρήκαν τίποτα καλύτερο να κάνουν στο Λονδίνο με τους μαθητές τους από το να διαφημίσουν την εθνική μας βλαχιά…»… Για την κόρη η «βλαχιά» φυσικά είναι βρισιά, διότι τόσο κακή δουλειά καναν οι δικοί της δάσκαλοι, που δεν έχει και τις στοιχειώδεις γνώσεις για την καταγωγή, την ιστορία και την σπάνια πολιτισμική υπόσταση των, μοναδικών λατινόφωνων στην ελληνική επικράτεια, Βλάχων. Και η υποτιμητική προσφώνηση αφορά στο ακαλαίσθητο της ελληνικής σημαίας; Της άκαιρης χρήσης μπροστά από κλεμμένες ελληνικές αρχαιότητες, όσο κι αν δεν είναι του γούστου της κοσμοπολίτισσας κόρης; Και η αισθητική της πια ταράζεται εντελώς (οου μάι Γκάντ εγκέν), διότι βρίσκει σουρεαλιστική την εικόνα «πέντε κουτσούβελων κι ενός μεσήλικα με τις ελληνική σημαία αγκαλιά μες τη μέση ενός ξένου μουσείου σε κάποια άλλη εποχή θα μπορούσε να είναι αστεία. Απλά σήμερα, με την Χρυσή Αυγή στο 8,5 τοις εκατό, αποκτά μια άλλη λίγο πιο τρομακτική διάσταση».

Το νοητικό άλμα, η λογική του «το μπουζούκι είναι όργανο, ο αστυνόμος είναι όργανο, άρα ο αστυνόμος είναι μπουζούκι» είναι αξία όχι χλευασμού αλλά γέλιου μέχρι δακρύων! Την επικινδυνότητα, δε, των ιστορικών στιγμών μια χώρας, που μέσα από φιμέ τζάμια υπουργικής λιμουζίνας, έχει δει η κόρη, ενώ από μακριά, από την γηραιά Αλβιόνα, κόπτεται για τη δική μας ζωή εδώ και μας προστατεύει, μόνο από διηγήσεις μπορεί να γνωρίζει. 

Ολοκληρώνει δε με αριστοτέλειο διδακτισμό (μη κουράζεσαι, ω, κόρη! Ο Αριστοτέλης ήταν ένας αρχαίος που δεν πήγαινε σε κλαμπ, άρα χέστον τον παλιόγερο, πλάι στις παλιό πέτρες), αυτή η σοφή κοσμοπολίτισσα, προς εμάς τους αδαείς εδώ στην Ψωροκώσταινα: «Καλό θα ήταν λοιπόν να σκεφτόμαστε λίγο παραπάνω τις πράξεις και τις κουβέντες μας από εδώ και πέρα, πόσο μάλλον όταν αυτές έχουν να κάνουν με τις αντιλήψεις που μεταδίδουμε στους νεότερους από εμάς. Άλλωστε η όλη ιστορία με την επιστροφή των μαρμάρων είναι εκτός τόπου και χρόνου και δεν ξέρω και που την θυμήθηκαν. Μια φαντασίωση βασισμένη στην ανάγκη του Έλληνα να επανακτήσει μια ούτως ή άλλως λανθάνουσα υπερηφάνεια για μάχες που ποτέ δεν κέρδισε ο ίδιος. Λες και δεν έχουμε αρκετά αρχαία, και σ' αυτά τα μάρμαρα είναι που βασίζεται το μέλλον του ελληνικού τουρισμού». Τι λες ω, κόρη; Για ποιες μάχες μιλάς; Αφού βαριόσουν τα μαθήματα της ιστορίας. Και για το ότι ήρθε ένας κρετίνος Άγγελος και ασέλγησε όντας άσχετος στον Παρθενώνα κόβοντας στον ώμο ακόμη και μιας Καρυάτιδας, για να στολίσει τον πύργο του με τις εγγλέζικες αγαπημένες σου κοτρώνες, καταστρέφοντας ένα μνημείο της ανθρωπότητας, είναι θέμα τουρισμού; Ε, τότε όπως θα έρθεις το καλοκαίρι να πεταχτείς στη Μύκονο, φέρε μας και τη κορυφή του Μπιγκ Μπεν! Οι Εγγλέζοι έχουν και αλλά ρολόγια να μετράνε την ώρα, μη γίνονται τζίπσι!

Γιατί ασχολούμαι με μια κόρη καλής οικογενείας που λέει ασχετοσύνες και που δε ζει και η Μελίνα να της εξηγήσει με κατανόηση, αφού αγαπούσε τους νέους άκριτα; Διότι αυτό το δήθεν, η πνευματική και καλά ελίτ γέννημα μιας τάξης νεόπλουτων με τάση αφοριστική για κάθε τι ελληνικό, περιφρόνησης στον κόσμο της χώρας, σνομπισμού σε ότι δε μοιάζει στον μαϊμουδισμό των ξένων τους συνηθειών, στην έπαρση, στην αμορφωσιά με επικάλυψη ξένων λέξεων, στην ιδρωτίλα που κρύβεται κάτω από ακριβή κολόνια, την θολή καλλιέργεια μια αυτοαναγορευμένης ανωτερότητας, την θεωρώ φρικτή. Και ακαλαίσθητη. Και τιποτένια. Και λέω πως ναι, αυτή οδήγησε σε απεχθή φαινόμενα Χρυσής Αυγής. Και σε ένα μόλις θα συμφωνήσω με την κόρη της καλής οικογενείας στα Λονδίνο, πως «καλό θα ήταν λοιπόν να σκεφτόμαστε λίγο παραπάνω τις πράξεις και τις κουβέντες μας». And God save the daughter, oh, my dear…  

(δεν γράφω το όνομα της κόρης διότι κατανοώ πως η κόρη ήθελε να κάνει το κομμάτι της ως προχωρημένη στην παρέα της στα κλαμπ στα Λονδίνα και έγραψε κάτι χαζά που είχε πιάσει τ' αυτί τηςαπό άλλους. Και δε βάζω φωτογραφίες της διότι όσες κυκλοφορούν είναι μετά της κ. Μαριάννας Ντούβλη, που ίσως δεν επιθυμεί να εκτεθεί για τις κακές της παρέες).