Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα
 
«Ὅσο θυμᾶμαι τὴ ζωή μου, δὲν εἶχα τίποτα δικό μου, ἔξω ἀπ᾿ τὸ φόβο, κι ἕνα τουφέκι, πού, νύχτα, μὲ σημάδεψαν μ᾿ αὐτό …Σιωπή. Οἱ νεκροὶ ἂς μᾶς συχωρέσουν» - Τάσος Λειβαδίτης, Ἐρήμωση.  

 Οι ειδήσεις, οι ενημερωτικές εκπομπές, οι διάσημοι σταρ - παρουσιαστές δημοσιογράφοι – ευαγγελιστές ενός αργού τέλους, συνεχίζουν με δυνατές φωνές να μετράμε σπασμένες σφραγίδες που μας φέρνουν κοντά στην εθνική Αποκάλυψη όπου ον ουρανός θα πάρει τις αποχρώσεις του 500ευρώ, σε νεκρικό μενεξεδί.

Νέα μέτρα, νέες φορολογίες, ποινικές διώξεις, ασφάλειες ακινήτων και αριθμοί και στοιχεία, η αμείλικτη Τρόικα, τα ισόβια του «φτερωτού γιατρού». Και εικόνες. Ο δήμαρχος – φτερωτός κάποτε και γιατρός μάλλον και τώρα, με άψογο κοστούμι και ένα παλτό καμιλό καλοτυλιγμένο γύρω από τις χειροπέδες του, για να μην τον δούμε έτσι. Ατσαλάκωτος. Η φωνή της συζύγου. Τα ονόματα από την λίστα όσων λέει έχουν πάνω από 3 εκατομμύρια μέχρι και 500 εκατομμύρια δολάρια. Πολλές ειδήσεις. Και άλλα νούμερα. Το Χαμόγελο παιδιού. Χιλιάδες τα αφημένα παιδιά, από γονείς που δεν μπορούν να τα ζήσουν. Αδιέξοδα στον ανθρωπισμό. Οι συνταξιούχοι δεν μπορούν να αγοράσουν τα φάρμακα τους, το προσδόκιμο της ζωής, με τα νέα δεδομένα, μειώνεται κάμποσο τοις εκατό. Οι γιατροί δεν ανεχτούν άλλο. Έχουν πάνω από τέσσερις μήνες να πληρωθούν εφημερίες. Όχι! Να δουλέψουν, τους λένε. Το οφείλουν. Ναι; Στους πόσους μήνες δωρεάν εξοφλάνε;  

Αριθμοί! Νούμερα! Δείκτες! Ποσοστά! Ξαφνικά δεν μπορώ να κατανοήσω το σχήμα του 0, σα να χω μικρό –ή και μεγάλο- εγκεφαλικό. Και αυτή η είδηση έχει αριθμούς:

21 και 22 χρονών νεκροί. Φοιτητές. Στα ΤΕΙ Λάρισας. Απ' τα Χανιά, απ' την Χαλκίδα. Και οι άλλοι τρεις, στις ίδιες ηλικίες, σε κωματώδη και ημικωματώδη κατάσταση, μπορεί με βλάβες εγκεφαλικές. Από τις γωνιές της Ελλάδας. Φίλοι. Γέλια. Κάποια μπύρα. Πειράγματα. Ομάδες και κασκόλ με εμβλήματα, κόκκινα, πράσινα, κίτρινα. Τα κορίτσια τους. Οι σπουδές και πόσα μαθήματα να χρωστάει ο καθένας.

«Φέτος, τι θα γίνει παιδιά, θα πάρουμε πετρέλαιο», τα ρώτησαν. «Κανόνισε για σένα, εμείς δεν παίρνουμε, αν έχει πολύ κρύο θα δούμε», μου απάντησαν, είπε η ιδιοκτήτρια του σπιτιού. Ένα αυτοσχέδιο μαγκάλι, από κομμένο θερμοσίφωνα. Ένα κούτσουρο να καπνίζει. Δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα… Πάνε τα παιδιά…

Και πως τη λες αυτή την είδηση στη τηλεόραση, λαμπερέ μου δημοσιογράφε; Δε στέκεται κόμπος στον λαιμό σου; Δεν πιάνεις όλους αυτούς του πολιτικούς στα τηλεοπτικά σου παράθυρα από τις γραβάτες, να του ζητήσεις να πουν συγγνώμη στις μάνες, στους συμφοιτητές, στους φίλους, στα αδέλφια αυτών των παιδιών; Δεν ξέρεις ποιος φταίει να τον κατονομάσεις; Ποιος φταίει;

Και η ρεπόρτερ έξω από την εντατική με βαρυσήμαντο ύφος και βιαστική φωνή. Πάνω από το κεφάλι της μάνας. Εκείνη κρατάει το κεφάλι της. Δεν κοιτάει παρά μόνο το κενό. Η χειρότερη πόρτα που μπορείς να βρεθείς στη ζωή σου. Αυτή της εντατικής. Και μέσα ο άνθρωπός σου, το παιδί σου. Να κρέμεσαι από τα χείλη κάθε γιατρού ή νοσοκόμας που θα βγει από τα έγκατα της ζωής ή του θανάτου. «Εσείς πώς νιώθετε;», ρωτάει ξετσίπωτα η ρεπόρτερ. Η μάνα δεν απαντά. (Ντροπή εμείς που σε βλέπουμε καλή ρεπόρτερ και είσαι και σε κρατικό κανάλι νιώθουμε βαθύτατη ντροπή)...

«Φέτος, τι θα γίνει παιδιά, θα πάρουμε πετρέλαιο», τα ρώτησαν. «Κανόνισε για σένα, εμείς δεν παίρνουμε, αν έχει πολύ κρύο θα δούμε», μου απάντησαν αναφέρει η σπιτονοικοκυρά. Και κάθε λίγο νεκροί από φωτιές, από δηλητηριάσεις, από αναμμένα τζάκια και μαγκάλια. Και πόσο έχει πάει το πετρέλαιο είπαμε; Δεν πήγαμε απ' άλλους εχθρούς, δικούς μας, αρρώστιες και αδιέξοδα και θα πάμε από κρύο και παγωνιά;

Σε ποιες ειδήσεις να συνεχίσεις, λαμπερέ μου; Αφού και εσύ και εμείς ξέρουμε… «Σιωπή. Οἱ νεκροὶ ἂς μᾶς συχωρέσουν»