Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα
Πού τα βρίσκουν τα κουράγια; Δουλειά τους είναι θα μου πεις, αλλά πιστεύουν πως εμείς στο σπίτι, που έχουμε ανοίξει με τρεμάμενο χέρι τους λογαριασμούς και έχουμε περάσει μικρά εγκεφαλικά με κάθε φάκελο, που 1η  πληρωνόμαστε, 3η ψάχνουμε ξεχασμένα κέρματα και 5η δανεικά, θα καρά διασκεδάσουμε βλέποντας την Μενεγάκη με ένα καπελάκι – στέκα, την Καλλιμούκου με πλεξούδες κόκκινες, μια άλλη που δεν θυμάμαι με περούκα Κλεοπάτρας και τους μόνιμους κυρίους του πάνελ, κανονικούς, όπως κάθε μέρα; 

Καταρχήν βλέποντας μισό μεταμφιεσμένους κάποιους και τους άλλους όχι, στην αρχή θεωρούμε πως έπαθε σύγχυση ο στυλίστας της εκπομπής και ζητεί με τρόπο να τον απολέσουνε να μη χάσει την αποζημίωση. Μετά καταλαβαίνουμε πως όλο αυτό είναι άποψη για την ψυχαγωγία. Φύσανε από μια καούκα και αυτό είναι τρελό κέφι και εορταστική ατμόσφαιρα. Εν τω μεταξύ κοντεύει να κλείσει το Τριώδιο και δεν έχει όρεξη κάνεις μας και φυσικά λεφτά, ούτε σερπαντίνες να αγοράσει, πόσο μάλλον να ντυθεί κολομπίνα και καουμπόης.

Θα μου πεις, επειδή έχεις εσύ μανταμίτσα φτώχεια (και καμία 10.000.000 ακόμη), θα κλείσουν οι τηλεοράσεις; Όχι, αλλά το κοτσάρισμα ενός καπέλου αποκριάτικου και κάτι μουτσούνες πλαστικές στο σκηνικό, υπογραμμίζουν τη μιζέρια, την ένδεια, τον αποκλεισμό από μικρές απόλαυσεις της ζωής μας, παρά χαμόγελο μας χαρίζουν. Όπου το σκεπτικό είναι ποιο; Βάλε δυο κόκκινες πλεξούδες να αισθανθούν χαρά οι κάφροι τηλεθεατές, ενώ θα ξεφυλλίζουμε τα περιοδικά να δούμε πως έκανε σκι με στιλ στην Αράχοβα ο Λιάγκας;

Όλο αυτό μου κάνει μια θεώρηση σαν αυτή των Ισπανών κατακτητών στην Αμερική, που χάριζαν στους ιθαγενείς καθρεφτάκια και χαντρούλες.