Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα


Κωσταντινουπόλεως, πάνω από τις γραμμές του τρένου, οι μουσικές «Γραμμές» - όριο στα τραγούδια ψυχής και σε ευκαιριακά ακούσματα θορύβου. Κάνει αρχή η άνοιξη, τραβώντας και αυτή το δικό της σύνορο στο φωτεινό ασπρόμαυρο χειμώνα. Άνθρωποι όλων των ηλικιών, σε κοντινά καθίσματα, αλλά να μπορούν να ανασαίνουν, χωρίς να αισθάνονται πως τους εκμεταλλεύονται για να χωρέσει κι άλλος θαμώνας – χρήμα. Οι Μανώλης Μητσιάς, Αφροδίτη Μάνου, Γιάννης Μηλιώκας, βγαίνουν όλοι μαζί, χωρίζουν τα τραγούδια και ξανασυναντιούνται.

Ο Μητσιάς με αυτό το αβίαστο, του σεμνού ανθρώπου, του μετρημένου, του σχεδόν ντροπαλού, θυμίζει όχι τον ερμηνευτή με τους φανατικούς ακροατές, αλλά έναν φίλο που σε δέχεται στο χώρο του για να θυμηθείς τα κοινά βιώματα, να μοιραστείς εικόνες, να βρεις την άκρη από λέξεις, που σα νήμα σε ενώνουν σε κουβάρι συναισθημάτων με όλους τους άλλους. Και Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Γκάτσος, Αναγνωστάκης και τόσοι άλλοι ιεροί στην συλλογική μας μνήμη, σε τραγούδια προσωπικής λειτουργίας πριβέ θρησκείας.

Γλυκαίνει ο στίχος και η μελωδία ψυχές. Μελώνουνε τα βλέμματα, ξεσφίγγονται τα χείλη, παύοντας να θυμίζουν περισπωμένες και χωράνε μέσα οι καρδιές την παλιά Ελλάδα. Λέω κάποια στιγμή αυτή η Ελλάδα της Δραπετσώνας, των Δρόμων των παλιών, της Μικρής Ραλλούς, του Βρέχει στην φτωχογειτονιά, της αγάπης που την λέγαν Αντιγόνη, έχει πεθάνει. Ο φίλος Κώστας, αντιδρά! «Και τότε όλοι εμείς τι κάνουμε εδώ»; Με ρωτάει. Ίσως να θυμόμαστε μόνο, ίσως και να επιμένουμε. Πάντως αυτά τα τραγούδια, δεκαετιών και δεκαετιών, ακουμπούν μέσα μας σε βελούδινα μεράκια και πόνους και από τη μια βασανίζουν, αλλά από την άλλη παρηγορούν.

Θα τελειώσουν οι τρεις τους τα τραγούδια – ύμνους, με έναν επικό αλλά μελαγχολικό Θεοδωράκη για καληνύχτα. Θα χειροκροτήσουμε, θα φωνάξουμε, θα ζητήσουμε να ξαναβγούν. Είναι 2.30 το ξημέρωμα. Δε θα ξαναβγούν στη σκηνή. Δίπλα σουβλάκια μόνο καλαμάκι, παιδιά που μόλις βγήκαν βόλτα, φώτα σα να 'ναι τόσο νέα ακόμα η νύχτα! Αυτοκίνητα ακινητοποιημένα, μηχανές να μαρσάρουν. Σαββάτο βράδυ, Κυριακή ξημέρωμα. Μια βραδιά όπως παλιά! «Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε με γνώριζε»…