Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα
Υπάρχουν συγκεκριμένα άτομα στον δημόσιο λόγο, που εκφράζουν μια συνολικότερη καφροποίηση των κοινωνικών αντιλήψεων, όπου η ημιμάθεια συναντάει τον ρατσισμό και όλα μαζί γίνονται ένας πολτός σύγχυσης. Έτσι η χοντράδα ονομάζεται χιούμορ, το κράξιμο βαφτίζεται σάτιρα και το σαρκοφαγικό κουτσομπολιό του αισχίστου είδους, τάχα, ψυχαγωγία, αντί για κατιναριό που του ταιριάζει. Οι γυναίκες της τηλεόρασης και του τραγουδιού, ή του θεάτρου, δε κρίνονται από τις ικανότητες τους, την επικοινωνιακότητά τους, την εμπειρία, τα ταλέντα τους, αλλά από το αν είναι μεγάλες σε ηλικία, χοντρές, στα «αζήτητα», πρησμένες, ανύπαντρες άρα «γεροντοκόρες» και στο ράφι, κοντές ήτοι «τάπες» και αλλά τέτοια εξίσου ρατσιστικά κοινωνικά, όσο και ο πολιτικός και εκφρασμένος κομματικά ρατσισμός.

Αν ιστορικά μια άλλη ράτσα με το ίδιο χρώμα, αλλά λίγο γαμψή μύτη και σγουρά μαλλιά, όπως οι Εβραίοι έγιναν στόχος των ξανθών, ψηλών, γαλανομάτηδων Άριων, αλλά και οι Ρόμα κατά καιρούς και φυσικά οι μαύροι ή οι σκουρόχρωμοι άλλων φυλών, οι ανάπηροι, οι ψυχικά νοσούντες, οι γκέι φυσικά, κάθε τι διαφορετικό από έναν φασισμό της εμφάνισης που ισοπέδωνε κάθε ιδιαιτερότητα! Ήρθε η υπερβολή του life style και το ιλουστρασιόν, ψεύτικο, πλαστικό και κέρινο ομοίωμα θεωρήθηκε κοινωνικά αποδεχτό σε μια κοινωνία επικίνδυνα ανοχύρωτη απέναντι στο κακό της ανθρωπότητας, που μοιάζει να μην κατατροπώθηκε ποτέ. Οι δαίμονες όλων μας, εξαπολύονται για να καγχάσουν ρατσιστικά σε ότι θα μας κάνει να αισθανθούμε σε σχέση με τον άλλον πιο καλοί, πιο ισχυροί, ανώτεροι, Άριοι ρε αδελφέ!

Για να κρύψουμε έτσι τους δικούς μας ακρωτηριασμούς σε ψυχή, σκέψη, εσωτερική ασφάλεια και κοπιαστική, εσωτερική καλλιέργεια. Είναι άλλωστε το κακό, πάντα πιο εύκολη λύση για να του αφεθείς. Το καλό είναι που θέλει συνεχή αντίσταση, αυτοκριτική, μεταμέλεια, αγώνα, προσπάθεια και έναν εαυτό στημένο στο τοίχο και όχι πομπώδη αυτοκράτορα με αυτοκατασευασμένα άλλοθι!

Όμως όλοι μικροί δαίμονες, γοτθικά παγανά με κέρατα και ανοιχτά στόματα – υδρορροές στις άκρες της νύχτας καραδοκούμε τον περαστικό που θα ορμήσουμε πάνω του αιμοδιψείς για να χορτάσει η εσωτερική μας ακόρεστη φοβία ή και μικρότητα. Και φυσικά σε όλες τις συζητήσεις, τις τοποθετήσεις, τις θέσεις, επ' ουδενί δεν είμαστε εμείς οι ρατσιστές! Δε λέμε εμείς για τους διπλανούς μας «ο χοντρός», «ο καράφλας», «η τάπα», «η κοντοπίθαρη», «ο γέρος», «η γριά», «η [email protected], «ο [email protected], «το βλαμμένο», «η άβυζη», «ο γυαλάκιας», «η μαδημένη», «η στραβοκάνα», «ο ξεδιοντιάρης», «ο μαυριδερός». Ποτέ! Εμείς άσπιλοι, λευκοί με τις μακριές μας ρόμπες και τα μυτερά μας καπέλα με τις τρύπες στα μάτια, δίπλα σε έναν καιόμενο σταυρό, αινούμε την αθωότητα μας.

Απ' όλα αυτά, πώς να εξαιρεθεί η εικόνα μας; Οι λέξεις μας; Ο λόγος που εκφράζεται δημόσια και επηρεάζει και ριζώνει σε νέες ψυχές, σε αέναη σπορά του αβίαστου ρατσισμού; Τόσο ύπουλα έχει σταλαχθεί μέσα μας. Δε θα μιλήσω για εκπομπές της κατ' ευφημισμό «ψυχαγωγίας», που ούτως ή άλλως βλέπουν τους ανθρώπους, σαν τέρατα σε τσίρκο θεαμάτων, ή για άλλες που ψάχνουν ακόμα ειδήσεις για σελέμπριτι σε ένα αυτοχειρικό τοπίο που η σόουμπιζ μόλις βαφτίστηκε, έτσι ξεχνώντας το θεατρικό μπουλούκι και το πατάρι στο πανηγύρι, μασκαρεμένη καρναβαλικά από κλαρινατζού (τιμή!), σε ντίβα της σκάλας του Μιλάνο, άφωνης! Θα προσέξω τα πρόσωπα της πρώτης τηλεοπτικής γραμμής που είναι όλα –ειδικά οι γυναίκες- από τον ίδιο κατασκευαστή, πλαστικό, κομμωτή, οδοντίατρο, βγαλμένες. Θα ακούσω να ψέγουν ακόμα και αναδρομικά την νεαρή τραγουδίστρια που ήταν κάποτε «χοντρή», όπως την όμορφη Θωμαίδα Απέργη, ή να παραξενεύονται γιατί σε βίντεο κλιπ ο Τσαλίκης, προτίμησε τη Ζαρίφη και όχι την εξωφυλλική Νάργες. Θα δω πως ένας κρυφός Καιάδας χάσκει για ό, τι είναι εκτός της σοσιαλιστικής προπαγάνδας σοβιετικού του life style και καταπίνει ό,τι δε μοιάζει στην επιβεβλημένη αισθητική και κοινωνική αντίληψη των επικεφαλείς του τηλεοπτικού μας κόσμου.

Αποτέλεσμα; Μια ανιαρή ομοιομορφία με ρεπλίκες ανθρώπινες όπου το πλαστικό μιλάει κιόλας, σαν φοβική πραγματικότητα ταινιών επιστημονικής φαντασίας. Και συνηθίσαμε όλοι τόσο, σ ' αυτό το καρκίνωμα της οποίας βιομηχανοποιημένης τάχα ομορφιάς, που γίναμε όλοι ρατσιστές. Και δε το καταλαβαίνουμε κιόλας…