Η χρυσή τριάδα που την χαρακτηρίζει: Νέα, όμορφη και ταλαντούχα. Η Ειρήνη Φαναριώτη μεγαλωμένη στην επαρχία, ήρθε στην Αθήνα με έναν και μοναδικό στόχο ζωής, να πραγματοποιήσει τα όνειρά της. Και μέχρι στιγμής δείχνει να τα έχει καταφέρει περίφημα. Γοητεύεται από τις προκλήσεις, αρπάζει τις ευκαιρίες, δεν σταματά να ονειρεύεται...

Από τη Φανή Πλατσατούρα

-  Πρωταγωνιστείς στον "Συλλέκτη" στο θέατρο 104 μαζί με τον Ιωάννη Παπαζήση. Οι παραστάσεις μάλιστα πήραν παράταση ως τις 2 Απριλίου. Υποδύεσαι μια 19χρονη κοπέλα, τη Μιράντα. Τι ομοιότητες βρίσκεις ως Ειρήνη με τον ρόλο; 


«Η Μιράντα είναι πολύ αυθόρμητη, με όλη την έπαρση που χαρακτηρίζει τη νιότη. Φυλακίζεται σε ένα υπόγειο από έναν συλλέκτη πεταλούδων. Το βασικό κοινό στοιχείο που έχω με τον ρόλο είναι ο αυθορμητισμός που με διακρίνει. Δεν έχω δεύτερες σκέψεις, λέω ότι σκέφτομαι χωρίς να υπολογίζω τις συνέπειες. Αυτό καμιά φορά δυστυχώς, γυρνά εις βάρος σου».
 

- Η πρώτη σου θεατρική δουλειά ήταν στην Επίδαυρο με τη Μήδεια. Πώς ένιωσες πάνω στην ιερή σκηνή του αρχαίου θεάτρου;

«Ήταν μια πραγματικά μία πολύ ωραία εμπειρία. Φαντάζομαι ότι πολλοί νέοι ηθοποιοί ονειρεύονται να παίξουν κάποια στιγμή στην Επίδαυρο. Εγώ δεν είχα τολμήσει να το ονειρευτώ να σου πω την αλήθεια, μου προέκυψε και το συναίσθημα ήταν φοβερό. Είναι εκείνη η διαφορετική ενέργεια που σε κατακλύζει. Η αύρα, η ενέργεια του χώρου και η διάθεση του κόσμου που έρχεται στην Επίδαυρο είναι τελείως διαφορετική από αυτή σε ένα κλειστό χειμερινό θέατρο. Η Επίδαυρος συνέπεσε με ένα πολύ δυσάρεστο γεγονός στη ζωή μου. Όταν έπαιξα, λυτρώθηκα».

- Ποια είναι τα επόμενα επαγγελματικά σου σχέδια; Στην τηλεόραση έχεις κάνει  μια συμμετοχή στο σήριαλ "Με λένε Βαγγέλη". Σε μία αντίστοιχη τηλεοπτική πρόταση, θα απαντούσες θετικά ή σε κρατά προσηλωμένη η αγάπη σου για το θέατρο;

«Συζητάω μια άλλη πρόταση που έχω για το θέατρο και τον κινηματογράφο, αλλά δε μπορώ να ανακοινώσω ακόμη κάτι γιατί όλα είναι ρευστά. Δεν αποκλείω την τηλεόραση από τα πλάνα μου, απλά θέλω να είναι κάτι ανάλογο της σειράς «Με λένε Βαγγέλη». Θα ήθελα να κάνω κάτι που πραγματικά θα μου άρεσε. Είμαι ακόμη πολύ νέα σε αυτόν τον χώρο για να μπορώ να κάνω επιλογές, αλλά θα προτιμούσα να μην δουλέψω για ένα διάστημα, αν έχω φυσικά την πολυτέλεια να συντηρηθώ οικονομικά, μέχρι να βρω κάτι που θα με συνεπάρει, είτε θεατρικό είτε τηλεοπτικό».
 
- Η ιδέα της ενασχόλησής σου με την υποκριτική πώς προέκυψε;

«Μεγάλωσα στο Αγρίνιο, πέρασα στη Νομική Κομοτηνής και στη συνέχεια πήρα μεταγγραφή για την Αθήνα. Έκανα κάποια σεμιναριακά μαθήματα πάνω στο θέατρο και αποφάσισα ότι τελικά θέλω να γίνω ηθοποιός. Έδωσα εξετάσεις, πέρασα στη σχολή και ευτυχώς βρέθηκα ανάμεσα σε φωτισμένους ανθρώπους που με ενέπνευσαν. Πάντα μου άρεσε το θέατρο αλλά δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα το έκανα επάγγελμα»
 
- Θα μπορούσες να φανταστείς τον εαυτό σου σε ρόλο μάχιμης δικηγορίνας;

«Έχω πάρει κανονικά το πτυχίο μου αλλά δε θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ τον εαυτό μου στο επάγγελμα του δικηγόρου. Δεν ήθελα να σπουδάσω δικηγορία, απλά η Νομική ήταν το δικό μου όχημα για να φύγω από την επαρχία και να έρθω στην Αθήνα να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου».   
 
- Πώς είναι για μία νέα κοπέλα να εγκαταλείπει την επαρχία και τους ρυθμούς αυτής και να μετακομίζει σε μία μεγαλούπολη;

«Στην αρχή ήταν πολύ δύσκολα. Δεν ήθελα να μένω μόνη μου στην Αθήνα, πήγαινα συνέχεια στο Αγρίνιο να δω τους δικούς μου ανθρώπους. Ήταν πολύ σκληρό να ζω μόνη. Δεν με τρόμαζε η Αθήνα ως μέγεθος, γιατί την ονειρευόμουν πάντα, όμως δεν άντεχα τη μοναξιά, το να γυρνάω σε ένα άδειο σπίτι. Περπατούσα στους δρόμους χωρίς φόβο. Ο μόνος μου φόβος ήταν η μοναξιά. Βέβαια αυτή την άγνοια κινδύνου κάποια στιγμή την πλήρωσα»
 
- Τι συνέβη; Δέχτηκες κάποια επίθεση;

«Περπατούσα στο Κολωνάκι μήνα Αύγουστο και κάποιος προσπάθησε να μου κλέψει το κινητό. Στην προσπάθειά του να το αρπάξει, με έπιασε από τον λαιμό και πήγε να με πνίξει. Παλέψαμε για περίπου πέντε λεπτά. Νόμιζα ότι θα μπορούσα να σώσω το κινητό μου. Τελικά υπερίσχυσε το ένστικτο της επιβίωσης και του το έδωσα. Μετά από αυτό το περιστατικό έγινα πολύ πιο προσεχτική»
 
- Τη μοναξιά την συνήθισες;

«Ζω μόνη μου εδώ και δέκα χρόνια. Μου αρέσει η μοναξιά μου, αλλά δεν την επιδιώκω κιόλας. Απλά προτιμώ να μην πηγαίνω σε πολυσύχναστα μέρη. Για παράδειγμα στο Μοναστηράκι την Κυριακή με ωραίο καιρό»
 
- Κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας  είχε πει κάποιτε ο Κάρολος Κουν. Λοιπόν, το πιστεύεις;
 
«Το θέατρο μόνο του δεν θα 'σαι κάνει καλύτερο άνθρωπο. Ούτε όταν παίζεις, ούτε όταν το παρακολουθείς. Πρέπει και σαν θεατής και σαν ηθοποιός να είσαι έτοιμος και να θες να δουλέψεις με τον εαυτό σου. Για μένα το θέατρο είναι ένα παιχνίδι. Δεν το βλέπω ως μέσο προσωπικής εξέλιξης. Τα βιώματα σε συνδυασμό με το θέατρο και τη θέληση μπορούν να σε οδηγήσουν σε ένα πολύ καλό επίπεδο αυτογνωσίας. Να διακρίνεις κάποιες άσχημες πλευρές του χαρακτήρα σου»
 
- Παράλληλα με την υποκριτική ασχολείσαι και με το τραγούδι. Ποια από τις δύο ασχολίες σε γεμίζει περισσότερο;

«Ήμουν μέλος μιας μπάντας με την οποία δεν συνεργαζόμαστε πια. Τώρα είμαι στη φάση που ετοιμάζω τη δική μου. Η μουσική δεν μετριέται. Χτυπάει κατευθείαν μη ορατά σημεία, στο ένστικτο, στην ψυχή, σε άυλα πράγματα. Και το θέατρο μπορεί να σε κάνει να νιώσεις κάτι αντίστοιχο, με μεγαλύτερη δυσκολία όμως. Στη μουσική με το που πιάσω την κιθάρα μου, ξέρω πως κατευθείαν θα ηρεμήσω. Γι΄ αυτό και η σχέση μου μαζί της είναι πιο καθαρή, εν αντιθέσει με το θέατρο που είναι ακόμη μπλεγμένη».
 
- Στα όνειρά σου ποιος πρωταγωνιστεί; Ποιο χρώμα κυριαρχεί;
 
«Είμαι ονειροπόλα, το παραδέχομαι. Τα όνειρά μου έχουν πολύ φως. Είναι σχεδόν καμένα από το πολύ φως. Δεν διακρίνεις πρόσωπα, μέρη, σπίτια. Διακρίνεις μόνο πολύ φως και κάποιες αχνές φιγούρες. Η κοινωνία είναι τόσο έντονη που ότι όνειρο και αν κάνεις, δε μπορείς να μην τη δεις. Κάθε φορά η κοινωνία μου χτυπά την πόρτα. Εγώ προσπαθώ να την αφήσω απ΄ έξω. Πάντα υπερισχύει όμως, ο ρεαλισμός της κοινωνίας. Είναι πιο δυνατός από το όνειρο. Αν κατέβεις μια βόλτα στο κέντρο και κοιτάξεις γύρω σου, θα δεις πως δε μπορείς να κάνεις όνειρα. Πώς να ονειρευτείς στην Ομόνοια; Αυτή η πραγματικότητα προσπαθώ όσο μπορώ, να μην έχει θέση στα δικά μου όνειρα και να μην με επηρεάζει τόσο πολύ, ώστε να παρεκκλίνω των στόχων μου»