Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα

«Σκότω λιμός ξύνοικος» έθετε τις μεγάλες αρχές της ανθρωπότητας ο Αισχύλος, δηλαδή μέσα στο σκοτάδι υπάρχει και η πείνα. Παίρνω αφορμή από το τραγούδι που του άλλαξε στίχους ο δημιουργός του, στον προαύλιο χώρο της ΕΡΤ, στην Αγία Παρασκευή και που αφορούσε σε γνωστό, ψηφισμένο κατά συρροή, βουλευτή της χώρας.

Χυθήκαν στα χαρακώματα των γραπτών οι αντιφρονούντες ενώ ο ίδιος ο πολιτικός –και προς τιμήν του εδώ που τα λέμε- δεν έδειξε να ταράχτηκε τόσο. Από το «δε ταιριάζει στη θέση του ως μουσικού», έως το ότι «έπαιρνε ή δεν έπαιρνε επιχορηγήσεις», ή ότι ήταν μέρος ενός συστήματος, προσάψανε στον καλλιτέχνη. Κάποιες σπουδαίες κυρίες, που ορίζουν την ανοησία μη παίρνοντας τα μέτρα τους, τα ίδια, εθίγησαν και φεμινιστικά, διότι υπήρξαν αναφορές καθόλου κολακευτικές για τη σύζυγο του βουλευτή.

Αγαπημένη συνάδελφος μίλησε και για «χυδαιότητα» του καλλιτέχνη, ο οποίος οφείλει από τη φύση του, να είναι τουλάχιστον σαμάνος του ανθρώπινου είδους, ένας ασκητής, ένα πρότυπο, ή ένας τροβαδούρος που μιλάει μόνο για έρωτα, γαργαλώντας τα κοριτσίστικα συναισθήματα όλων μας, ανδρών και γυναικών, σε εποχές που ζωγραφίζαμε καρδούλες στα λευκώματα. Ή ίσως ο καλλιτέχνης είναι καλός ως εκ του ασφαλούς αντιρρησίας και κατ' επιλογήν αντιεξουσιαστής.

Πίσω μας η αυταπάτη, πως φτάσαμε, ως εδώ, περνώντας, αιώνες τώρα, το σκοτάδι που όριζε ο Αισχύλος, για να έχει ο καλλιτέχνης δικαίωμα να εκφράζεται με όποιες λέξεις επιλέγει και όποια θέματα αυτόν τον απασχολούν. Σε τελευταία ανάλυση είναι ανάμεσα σ' αυτόν και το κοινό του, η κρίση και η επίκριση και όχι σε όλους μας, που περιμένουμε το έργο, για να υπάρξουμε, μεταπράτες στάσης, επιλογών, θέσεων των άλλων, αντικριζόμενοι κριτές της πράξης που εμείς παρατηρούμε σε δοκιμαστικούς σωλήνες αποστείρωσης λαθών, αποδοχής δικαιωμάτων των άλλων σε άλλες θεωρήσεις. Αδιάλλακτοι και έτοιμοι να θίγουμε, να ερυθριάσουμε από ντροπή από λέξεις που τις βουτάμε στη δική μας πριβέ χυδαιότητα.

Συμφωνώ ή διαφωνώ, ο καλλιτέχνης από τον Αισχύλο, τον εξόριστο στη Σικελία λόγω της διαφωνίας του με το αθηναϊκό κοινό, τον ίδιο τον βωμολόχο κατά δημαγωγών, σοφιστών και της εξουσίας του Δήμου Αθήνας, Αριστοφάνη, τα «γαμωτράγουδα» της παράδοσης που μας τα ενοχοποίησε η Δόμνα Σαμίου, μέχρι τον Ντε Σαντ, που πέθανε σκοτωμένος σε ψυχιατρείο, τον άγριο σε λέξεις κατά πάντων 50cents, τις φυλακισμένες «Pussy Riot», τον δολοφονημένο Παζολίνι, τον εκτελεσμένο από απόσπασμα εθελοντών Λόρκα και πόσους άλλους, οι καλλιτέχνες ενοχλούν, πάνε κόντρα στις εξουσίες, θίγουν καθώς πρέπει κυρίες και οι «χυδαιότητές τους» κατακεραυνώνεται από ηθικολόγους κριτικούς. Κάποιες φορές το σκοτάδι ανοίγει την ιδεολογική πόρτα για τις εικονικές ή κυριολεκτικές εκτελέσεις των καλλιτεχνών.

Η περιθωριοποίησή τους, η ανακήρυξή τους σε έκπτωτους πρώην αγαπημένους ή η νεοφώτιστη απ΄ τους νονούς γραφικότητά τους, είναι μια άλλη προοπτική. Ας κάνουν εκείνοι τη δουλειά τους, ελεύθεροι, χωρίς θερμομέτρηση της πολικώς ορθής τους στάσης, χωρίς να τους μετράμε σφυγμούς ιδεολογίας και κλινικών στοιχείων. Και ας κάνουμε και εμείς τη δικιά μας δουλειά, βάζοντας τα καμία φορά και με κανέναν υπεροπλισμένο, στο απυρόβλητο της παντοδυναμίας του, χαϊδεμένο των εξουσιών καλλιτέχνη. Αν κοτάμε δηλαδή…

Ο δημιουργός και πολύ πιθανόν να κάνε και μια μεγάλη καλλιτεχνικά ή κοινωνικά παπάρα, όμως οφείλουμε να του εξασφαλίζουμε εκείνο το περιβάλλον που θα του επιτρέπει να συνεχίζει να αποπειράται. Να μην αφήσουμε ούτε το σκοτάδι, ούτε την πείνα –σε όλες της τις μορφές- να στήσουν πάλι εκτελεστικά αποσπάσματα εθελοντών οπλιτών των σφαιρών - λέξεων…