Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα

Χθες το βράδυ ήταν ο τελικός για το δεύτερο show του ΑΝΤ1 αυτή τη χρονιά με τον δύσκολο, ξενικό και μεγαλομανές τίτλο «Your Face Sounds Familiar». Ένα θέαμα με κρίση μεγαλείου τόσο για την εποχή όσο και για το καλλιτεχνικό δυναμικό της χώρας, που εμφανώς δε μπρούσε να παράγει οτιδήποτε μεγαλύτερο από τα κλισέ του εαυτού του, με μια επιτροπή –πλην του Αλέξανδρου Ρήγα- διαπιστευμένη να παραληρεί από ενθουσιασμό συχνά άκαιρο και άτοπο. Η όλη ηρωική βέβαια προσπάθεια του ΑΝΤ1, να κάνει παραγωγές και δη φαντασμαγορικές, σε εποχές που η επανάληψη και το τουρκικό σίριαλ πάει σύννεφο, ήταν αν μη τι άλλο παρηγοριά και συντροφιά, στις Κυριακές μας, με όλες τις ατέλειες και τις δηθενιές της. Απ' όλο το σόου πρόσωπα καταποντίστηκαν από την υπερπροσπάθεια τους να δείξουν αυτό που δεν έχουν, αλλά καήκαν στην υπερβολή τους και κάποια απλά κατάντησαν θλιβερά στην έλλειψη αυτογνωσίας τους και στη λανθασμένη ιδέα να θεωρούν εαυτούς ικανούς να αναμετρηθούν με μεγέθη δυσανάλογα των προσόντων τους.

Απο την επιτροπή, ο ηθοποιός όλο αποχρώσεις και ανακαλύψεις τοπίων σκοτεινών στους ρόλους του Γεράσιμος Γεννατάς, ήταν ένα καρτούν κριτή, άβολος στα κοστούμια που του φόρεσαν κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η υπερταλαντούχος Μπέσυ Μάλφα δε θα τολμούσε να παίξει ποτέ τόσο υπερβολικά τα συναισθήματά της, σε κοντινή κάμερα, σε κάποια σειρά, αλλά ούτε καν στην Επίδαυρο με χιλιάδες κοινού να μη μπορούν να διακρίνουν κάτω από το μαγκιάζ της. Εκεί θα είχε μέτρο που θα της το επέβαλε και το ταλέντο της και το κείμενο φυσικά. Η Κατερίνα Γκαγκάκη, τόσο ικανή στη δουλειά της, υπέροχη σαν άνθρωπος, ντελικάτη ως γυναίκα, ήταν στη διεκπεραίωση εμφανώς του επαγγέλματός της, δηλαδή στις δημόσιες σχέσεις του καναλιού της. Μόνος σωσμένος στάθηκε ο Αλέξανδρος Ρήγας, ευγενής πάντα, αλλά ουσιαστικός στις κουβέντες του και καθόλου υπερβολικά ενθουσιώδης σε ανουσιότητες. Κατανοητό είναι πως όταν έχεις να κάνεις με επαγγελματίες δε θα τους υποτιμήσεις, αλλά δεν χρειάζεται να αντιδράς λες και είδες και τη Μαρία Κάλλας σε μετεμψύχωση να τραγουδάει Μουφλουζέλη! Ο Ρήγας λοιπόν, σε όλο αυτό το θέαμα, αν μη τι άλλο, είχε μέτρο.

Η Μαρία Μπεκατώρου στην παρουσίαση ήταν συναισθηματική, φιλική, οικεία, καθόλου επιθετική σεξουαλικά ώστε να προκαλεί ή να φοβίζει, όχι νάρκισσος, καθόλου καλυμμένη βεντέτα ή εγωκεντρική και με πολύ χιούμορ. Η διάθεση να τσαλακωθεί και να ναι ένα κορίτσι όπως όλα τα αλλά, κάποιες στιγμές την παρέσυρε στην υπερβολή, στο να υπερτονίσει τα κλόουν στοιχεία της και σε έναν μετεωρισμό μεταξύ ινδαλμάτων: οικία σαν ξαδέλφη και επαγγελματίας μοναδική σαν Ρούλα ή απροσποίητη και όμορφη σαν Ελένη στα καλά της, πριν τα κυριλίκια; Η δε ανάγκη της να ενσωματώσει ως δικό της το στοιχείο ενός ιδιαίτερου χορού, σαν τον περσινό της Ηλιάκη στον Άλφα, κάποιες στιγμές έγινε εκνευριστική. 

Όσον αφορά τις συμμετοχές, δε θα σταθούμε στους υπερτιμημένους της επιτροπής, αλλά στον Κώστα Μαρτάκη, που αφήνοντας κατά μέρους τον ρόλο του σκέτου ωραίου έγινε ένας διασκεδαστικός καλλιτέχνης ικανός να τσαλακωθεί –και ακόμα πιο ωραίος!-, στην Κρυσταλλία, που είχε σοβαρότητα και αγάπη σε όποιον καλλιτέχνη προσέγγιζε, στη Σύλβια Δελικούρα που αν μη τι άλλο το γλέντησε και φυσικά στον Θανάση Αλευρά. Ο νικητής του συγκριμένου προγράμματος, ήταν η απόλαυση για το ευρύ κοινό. Κάθε εμφάνισή του, στάθηκε σύντομη θεατρική παράσταση. Δεν πλησίασε κανένα με καρτουνίστικη διάθεση, απλά ή πατώντας σε ευκολίες. Όλες οι προσωπικότητες – ρόλοι έμοιαζαν να είναι για αυτόν αποτέλεσμα μελέτης, προσήλωσης, κόπου, σεβασμού. Ήταν ο λόγος που τις Κυριακές βλέπαμε το σόου και η παρηγοριά πως το ταλέντο μπορεί να βρίσκεται ανέλπιστα και να ομορφαίνει το βράδυ σου, να σου χαρίζει χαμόγελο, ακόμα και αβίαστο, απρόσμενο, σωτήριο γέλιο!

Ο Αλευράς διάλεξε στην τελευταία βραδιά το δικό του ίνδαλμα. Τον Δημήτρη Χορν. Αν έκλεινες, τα μάτια, τον άκουγες. Ιδανικός για τρυφερότητα κοινού γιατί στάθηκε με ντροπαλοσύνη απέναντι σε έναν ηθοποιό – ιερό τέρας, που οι νέοι στην τέχνη του θαυμάζουν και δικαίως. Ακόμη και η επιλογή του μαρτυρά την αγάπη του για την υποκριτική και τον σεβασμό που νιώθει για εκείνους που πέρασαν και έλαμψαν στο στερέωμα ενός εθνικού ασυνείδητου και άλογου σκοτεινού συνήθως ουρανού. Σε όλους μας η Κυριακή, η τελευταία ενός καυτού, υγρού, φτωχού Ιουνίου, είχε τη φωνή του Τάκη Χορν να τραγουδά για πολύχρωμες χάντρες, εκμαυλιστικά θηλυκά, λεβέντες άνδρες, από τα στούντιο της κλειστής πια εθνικής μας ραδιοφωνίας, μια φορά και έναν ασπρόμαυρο καιρό. Ταξιδέψαμε. Ξεχαστήκαμε. Χαμογελάσαμε. Αφεθήκαμε. Και όλα αυτά χάρη στο ταλέντο. Χάρη στον Θανάση Αλευρά. Ε! Μπράβο σου ρε μεγάλε, λοιπόν…       

(σ.σ: Στο κοινό η Καραβάτου ήταν εκεί, αλλά κατόρθωσε και δεν έκλαψε – θαύμα! Θαύμα! Εκεί και η Ζέτα Μακρυπούλια, να επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά τον αφορισμό του Όσκαρ Ουάιλντ πως «η ομορφιά είναι ανώτερη από την εξυπνάδα γιατί είναι αυταπόδεικτη». Και άστραψε η οθόνη φωτογένεια…)