Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα

«Πρίγκιπας», «άρχοντας», «ο δικός μας Φρανκ Σινάτρα», «η Φωνή». Ο Τόλης Βοσκόπουλος στάθηκε μοναδικά στις πίστες και στις θεατρικές σκηνές, με θαυμαστές και φυσικά, θαυμάστριες φανατικές. Με τα λευκά του κοστούμια να γίνονται σήμα κατατεθέν. Με την ικανότητα να τραγουδάει ερωτικούς στίχους και κάθε γυναίκα να νομίζει πως τις εκμυστηρεύεται σ' αυτήν. Με το θεατρικό του πάθος να υπογραμμίζει τις λέξεις σε κάθε στίχο, με το ιδιαίτερο ηχόχρωμα, με τη συμπεριφορά εκείνη των κυρίων που κάνουν χειροφίλημα, σηκώνονται όταν μπαίνει γυναίκα στον χώρο, ξέρουν πως κατεβαίνουν πρώτοι και ανεβαίνουν δεύτεροι όταν συνοδεύουν κυρία, τις σκάλες, με την ίδια ευγένεια σε όλους, άσχετα από κοινωνική τάξη ή εργασία.

Σε μια ζωή που ξεκίνησε ως ασπρόμαυρη ταινία, δίπλα στη θάλασσα, στα χαμηλά σπίτια του Πειραιά, στη σκιά των μεγάλων καραβιών, στις αλάνες που παιδιά έπαιζαν μπάλα με κόκκινες φανέλες, που η ζωή, με ελάχιστα χαμόγελα, μέτραγε μπέσα, τιμή, φιλότιμο στις πενιές του μπουζουκιού. Κοκκινιά. 26 Ιουλίου του 1936. Είναι η 12η γέννα της μάνας και το πρώτο αγόρι. Μεγαλώνει χαϊδεμένος, όλο προσοχή από τόσες γυναίκες. Και θα συνεχίσει σε όλη του ζωή να 'ναι αγαπημένος των θηλυκών. Και να αγαπάει και ο ίδιος.

Ένα μπουζούκι που ζητάει πάντα από τον πατέρα του. Το προτιμάει και από ποδήλατο. Η αρχή γίνεται μόλις το παίρνει, μετά από πολλά παρακάλια και παιδικούς εκβιασμούς στα χέρια του. Ο Πειραιάς όλο εικόνες και χρώματα και κόσμος στις αυλές όπου η ιδιωτικότητα χάνεται στη γειτονιά, είναι το υλικό του. Ο Τόλης Βοσκόπουλος θα βγει στην θεατρική σκηνή πρώτα, το 1968. Ένα απόγευμα, στη βεράντα του σπιτιού που μένει με ενοίκιο, στη Γλυφάδα, στο περιθώριο μιας φωτογράφησης, θυμόταν τα χρόνια, που στα αθηναϊκά, μουσικά θέατρα οι παραστάσεις άρχιζαν από το μεσημέρι. Μιλούσε για την Ντιριντάουα και την εκρηκτική Σπεραντζά Βρανά, που έρχονταν οι φαντάροι να την δουν στην πρώτη παράσταση και βόγκαγε με το που εμφανιζόταν η πλατεία. 

Και πίσω στα χρόνια εκείνα του Περοκέ και του Ακροπόλ, ο Τόλης Βοσκόπουλος θα κάνει και σινεμά. Είναι η εποχή με τις δακρύβρεχτες ταινίες, με τα φτωχόπαιδα, τα χαμένα αδέλφια που ερωτεύονται, τις πλούσιες κακές γυναίκες, που θέλουν να εκμεταλλευτούν τα ρωμαλέα αθώα αγόρια της εργατιάς. Γίνεται αγαπημένος. Ως το 1963, που θα μπει στη δισκογραφία με το τραγούδι «Βήμα-βήμα» του σπουδαίου και λησμονημένου από το ευρύ κοινό πια Λυκούργου Μαρκέα.

Το 1968 θα έρθει η απογείωση. «…Η καρδιά μου πληγωμένη, σαν καμπάνα ραγισμένη, μυστικά με βασανίζει με μανία η ζωή πριν μας χωρίσει, προσπαθώ να βρω μια λύση… αγωνία… αγωνία. Αγωνία με λαχτάρα να σε νοιάζομαι, αγωνία δυστυχώς να σε μοιράζομαι…». Ζαμπέτας, Βασιλειάδης και «Τσάντας» και ο Τόλης Βοσκόπουλος να συγκλονίζει τα κορίτσια της εποχής. Μέσα σε λίγες μέρες το δισκάκι ξεπερνά τις 300.000 πωλήσεις.

Ο Γιώργος Ζαμπέτας θα πει χρόνια αργότερα πως «Ο Τόλης είναι γεννημένος θεατρίνος. Ανεβαίνει στην πίστα και την καταπίνει όλη. Γιατί η πίστα όταν ανεβαίνει σου λέει, φάε με για θα σε φάω. Να ξηγιόμαστε! Μεγάλος εργάτης ο Βοσκόπουλος, ο μεγαλύτερος». Έρχονται τα μεγάλα γράμματα στις προσόψεις των μαγαζιών τα καλοφωτισμένα, οι ζωγραφιστές αφίσες στο χέρι, τα υψηλά κασέ, οι μεγάλες συνεργασίες. Γιώργος Ζαμπέτας πάντα, Άκης Πάνου, Θανάσης Πολυκανδριώτης, Μάριος Τόκας, Γιάννης Πάριος, Πλέσσας, Κατσαρόςς, Δερβενιώτης, Βίρβος, Πυθαγόρας, έως Φοίβος και Καρβέλας. Ο Τόλης Βοσκόπουλος είναι σταρ. «Ο μοναδικός σταρ στην Ελλάδα» όπως θα πει ο Πάριος. Το αγόρι από την Κοκκινιά έχει πάρει τον χωματόδρομο με τα πόδια και πια βρίσκεται λουσμένο στα φώτα.

1970. Ο Βοσκόπουλος συναντιέται με τον Διονυσίου. Είναι τόση η επιτυχία που όταν οι δυο τους βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη, κάποιο απόγευμα, λένε να πάνε να παίξουν μπιλιάρδο. Είναι στα «σφεριστήρια» η νεολαία τότε και οι δυο τους είναι κομμάτια της. Σε λίγα λεπτά έξω από το μπιλιαρδάδικο έχουν μαζευτεί 17.000 θαυμαστές, που θέλουν να τους δουν από κοντά.

Το 1977, ο Τόλης θα γράψει για τον Διονυσίου, το τζαζ σχεδόν, «ξεφυλλίζοντας απόψε τα όνειρά μου, να περάσει όπως όπως η βραδιά μου, στη δική σου τη σελίδα εσταμάτησα και θυμήθηκα για σένανε πως δάκρυσα. Μα δεν θυμήθηκα το χρώμα των ματιών σου ούτε τον ήχο της φωνής σου δεν θυμήθηκα. Και προσπαθώντας κάτι για να θυμηθώ… αποκοιμήθηκα. Αν σ’ αγάπησα απόψε δεν θυμάμαι και αλήθεια σου το λέω, δεν λυπάμαι. Κάποιο δάκρυ μου αν κύλησε για σένανε πες πως ήταν κάποιο δάκρυ για κανένανε».

«Δυο καρδιές», «Το φεγγάρι πανωθε μου», «Μα εγώ αγαπώ μία», «Και εσύ θα φύγεις», «Γλυκά πονούσε το μαχαίρι», «Οι άντρες δε μιλούν πολύ», «Άιντε στην υγειά της», «Αδέλφια μου, αλήτες, πουλιά», «Ανεπανάληπτος», «Πριν χαθεί το όνειρο μας», «Της Χελιδονούς το ρέμα», «Τσιγγάνα για χατίρι σου», «Ψύλλοι στα αφτιά μου», «Μου χρωστάει μια αγάπη η ζωή» και πόσα άλλα, πάνω από 400 τραγούδια και όλα αγαπημένα, ακόμα και από κείνους, που δεν λάτρεψαν τον Βοσκόπουλο. Γιατί ο Βοσκόπουλος, αμφισβητήθηκε πολύ. Όμως τι είδωλο θα 'ταν αν δεν είχε παράφορες και ακραίες τόσο αγάπες, όσο και αντιπάθειες;

Ήταν γνωστό πως δεν ήξερε πόσο καναν τα τσιγάρα και την αξία του χρήματος. Όποιος τον πλησίαζε θα 'χε μεγάλα πουρμπουάρ, ή θα ταν όλα κερασμένα πάντα από τον ίδιο. Οι άνθρωποι που ζούσαν δίπλα του, είχαν πάντα το καλύτερο. Και οι γυναίκες του; Βασίλισσες όχι μόνο από τη συμπεριφορά του, αλλά και από τη φροντίδα του να μη τους λείψει τίποτα. Και αυτές οι βασίλισσες ήταν πολλές.

Στη συνείδηση του κόσμου, στις αρχές, ήταν απόλυτα ταιριαστός με τη Δούκισσα με την οποία παίζανε μαζί σε θέατρο και σινεμά. Όμως, θα παντρευτεί την ηθοποιό Στέλλα Στρατηγού, από την ιστορική θεατρική οικογένεια. Πολύ αργότερα από το διαζύγιό τους, εκείνος θα της στέκεται ανθρωπινά και οικονομικά, μέχρι το τέλος της Στέλλας. Μια θυελλώδης σχέση με τη Ζωή Λάσκαρη, θα γίνει η αγαπημένη κοινού και τύπου, όπως και το τραγούδι που σφράγισε την εποχή «ξανθή, αγαπημένη Παναγιά». Αλλά αμέσως μετά, θα παντρευτεί με ένα άλλο ίνδαλμα, τη Μαρινέλλα. Φήμες για πολλές σχέσεις, μεγάλοι έρωτες και καλλονές να παίρνουν από τη ζωή του. Άλλος ένας γάμος, ολέθριος στον δημόσιο και τηλεοπτικό χωρισμό, με τη Τζούλια Παπαδημητρίου. Τέλος η τελευταία γυναίκα, η «μια γυναίκα, μια αγάπη, μια ζωή». Η Άντζελα Γκερέκου. Η όμορφη Κερκυραία αρχιτέκτων, πρωταγωνίστρια, βουλευτής και υπουργός Τουρισμού στο παρελθόν, γνωρίστηκε με τον Τόλη Βοσκόπουλο, από κοινό τους φίλο, στο μέρος που εκείνος που τραγούδησε. Ο έρωτας αλλά και ο γάμος ήταν κεραυνοβόλος.

«Ορκίζομαι να σε αγαπάω στην υπόλοιπη ζωή μου», της είπε λίγο πριν παντρευτούν, τον Αύγουστο του 1996 με κουμπάρο τον Τέρενς Κουίκ. Στον δικό της όρκο, η Άντζελα Γκερέκου του είπε: «κι εγώ ορκίζομαι, να σε προσέχω σαν τα μάτια μου». Σήμερα έχουν μια κόρη, την Μαρία, που είναι 11 ετών. «Εμείς, γίναμε ένα για να αντέξουμε πολλά, όλα τα δύσκολα τα κάναμε απλά, μετά τη μπόρα είχε πάντα ξαστεριά, εμείς καρδούλα μου κερδίσαμε πολλά» της αφιερώνει ο Τόλης Βοσκόπουλος, σε ένα ντουέτο του με την Καίτη Γαρμπή.

 «Τον τόπο που γεννιέσαι και μεγαλώνεις τον κουβαλάς πάντα μέσα στην ψυχή σου, όπου κι αν βρεθείς. Μόνο συγκίνηση και βαθιά χαρά νοιώθω που επιστρέφω στον Πειραιά, που αγαπώ και έχω τόσες αναμνήσεις» δηλώνει ο Τόλης Βοσκόπουλος για την εμφάνισή του, το Σάββατο 6 Ιουλίου 2013, στο Βεάκειο Θέατρο του Πειραιά, στην περήφανη, δική του Κοκκινιά, που τιμά τις πέντε δεκαετίες του στο τραγούδι και στο θέατρο. Και όσο και αν οι καθοδηγητές στα δικαστήρια της κοινής γνώμης επιχειρούν να θαμπώσουν την αφοσίωση, την λάμψη, τη συνέπεια του, είναι μεταξύ του ίδιου και του κοινού του η αγάπη. Και έστω και για ένα –ακόμα- βράδυ, ας ξεχαστούμε μαζί του, όπως άλλωστε, πάντα κάναμε και όπως ο ίδιος μας καλεί: «Χόρεψε μαζί μου τώρα, στου καημού την άκρη. Πιες απόψε τη ζωή μου και αγάπα με. Χόρεψε για δυο αγάπες και μια χούφτα δάκρυ. Έχουμε πολλά να πούμε που δεν τα 'παμε…»…